Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
asıl 🔉  

κύριος 🔉  
βασικός 🔉  
πρωτεύων 🔉  
γνήσιος 🔉  
asıl nüsha 🔉  

πρωτότυπο (το) 🔉  
πρωτότυπο αντίγραφο (το) 🔉  
asıl sayılar 🔉  

πρώτοι αριθμοί (οι) 🔉  
aşılabilme 🔉  

δυνατότητα υπέρβασης (η) 🔉  
δυνατότητα εμβολιασμού (η) 🔉  
asılabilme 🔉  

δυνατότητα κρεμάσματος (η) 🔉  
δυνατότητα ανάρτησης (η) 🔉  
aşılabilmek 🔉  

υπερβαίνομαι 🔉  
ξεπερνιέμαι 🔉  
εμβολιάζομαι 🔉  
asılabilmek 🔉  

μπορώ να κρεμαστώ 🔉  
μπορώ να αναρτηθώ 🔉  
aşılama 🔉  

εμβολιασμός (ο) 🔉  
εμβολιαστική πράξη (η) 🔉  
εμβολιασμός φυτών (ο) 🔉  
aşılamak 🔉  

εμβολιάζω 🔉  
μπολιάζω 🔉  
aşılanış 🔉  

εμβολιασμός (ο) 🔉  
μπολιάσμα (το) 🔉  
asılanış 🔉  

κρέμασμα (το) 🔉  
ανάρτηση (η) 🔉  
aşılanma 🔉  

εμβολιασμός (ο) 🔉  
μπολιάσμα (το) 🔉  
asılanma 🔉  

κρέμασμα (το) 🔉  
ανάρτηση (η) 🔉  
aşılanmak 🔉  

εμβολιάζομαι 🔉  
μπολιάζομαι 🔉  
asılanmak 🔉  

κρεμιέμαι 🔉  
αναρτώμαι 🔉  
aşılatabilme 🔉  

δυνατότητα να εμβολιαστεί (η) 🔉  
aşılatabilmek 🔉  

δύναμαι να εμβολιαστώ 🔉  
δύναμαι να κάνω εμβόλιο 🔉  
aşılatılma 🔉  

εμβολιασμός (ο) 🔉  
aşılatılmak 🔉  

εμβολιάζομαι 🔉  
aşılatma 🔉  

εμβολιασμός (ο) 🔉  
aşılatmak 🔉  

εμβολιάζω 🔉  
κάνω να εμβολιαστεί 🔉  
aşılayabilme 🔉  

δυνατότητα εμβολιασμού (η) 🔉  
δυνατότητα μπολιάσματος (η) 🔉  
aşılayabilmek 🔉  

δύναμαι να εμβολιάσω 🔉  
δύναμαι να μπολιάσω 🔉  
aşılayış 🔉  

εμβολιασμός (ο) 🔉  
μπολιάσμα (το) 🔉  
aşılı 🔉  

εμβολιασμένος 🔉  
μπολιασμένος 🔉  
asılı 🔉  

κρεμασμένος 🔉  
αναρτημένος 🔉  
aşılılık 🔉  

εμβολιαστική κάλυψη (η) 🔉  
εμβολιασμένη κατάσταση (η) 🔉  
asılış 🔉  

κρέμασμα (το) 🔉  
ανάρτηση (η) 🔉  
asıllı 🔉  

γνήσιος 🔉  
ευγενούς καταγωγής 🔉  
asıllık 🔉  

γνησιότητα (η) 🔉  
ευγενής καταγωγή (η) 🔉  
asıllılık 🔉  

γνησιότητα (η) 🔉  
ευγένεια (η) 🔉  
aşılma 🔉  

υπέρβαση (η) 🔉  
ξεπέρασμα (το) 🔉  
εμβολιασμός (ο) 🔉  
asılma 🔉  

κρέμασμα (το) 🔉  
ανάρτηση (η) 🔉  
απαγχονισμός (ο) 🔉  
aşılmak 🔉  

υπερβαίνομαι 🔉  
ξεπερνιέμαι 🔉  
εμβολιάζομαι 🔉  
asılmak 🔉  

κρεμιέμαι 🔉  
αναρτώμαι 🔉  
απαγχονίζομαι 🔉  
asılmışadam 🔉  

κρεμασμένος (ο) 🔉  
απαγχονισμένος (ο) 🔉  
asılsız 🔉  

αβάσιμος 🔉  
ανυπόστατος 🔉  
ψευδής 🔉  
asılsızlık 🔉  

αβασιμότητα (η) 🔉  
ανυποστασία (η) 🔉  
ψευδότητα (η) 🔉  
asıltı 🔉  

κρέμασμα (το) 🔉  
ανάρτηση (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱