Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
asa 🔉  

ράβδος (η) 🔉  
μπαστούνι (το) 🔉  
asabi 🔉  

νευρικός 🔉  
ευερέθιστος 🔉  
asabileşme 🔉  

εκνευρισμός (ο) 🔉  
ευερεθιστοποίηση (η) 🔉  
asabileşmek 🔉  

εκνευρίζομαι 🔉  
γίνομαι ευερέθιστος 🔉  
asabilik 🔉  

νευρικότητα (η) 🔉  
ευερεθιστότητα (η) 🔉  
aşabilme 🔉  

δυνατότητα υπέρβασης (η) 🔉  
δυνατότητα διάβασης (η) 🔉  
asabilme 🔉  

δυνατότητα εκνευρισμού (η) 🔉  
aşabilmek 🔉  

υπερβαίνω 🔉  
διαβαίνω 🔉  
ξεπερνώ 🔉  
asabilmek 🔉  

μπορώ να εκνευριστώ 🔉  
asabiye 🔉  

νευρικότητα (η) 🔉  
ευερεθιστότητα (η) 🔉  
asabiyeci 🔉  

νευρολόγος (ο) 🔉  
asabiyecilik 🔉  

νευρολογία (η) 🔉  
asabiyet 🔉  

νευρικότητα (η) 🔉  
ευερεθιστότητα (η) 🔉  
aşağı 🔉  

κάτω 🔉  
κατωτέρω 🔉  
υποδεέστερος 🔉  
aşağı bitkiler 🔉  

κατώτερα φυτά (τα) 🔉  
aşağı mahalle 🔉  

κάτω συνοικία (η) 🔉  
aşağı yukarı 🔉  

πάνω-κάτω 🔉  
περίπου 🔉  
aşağılama 🔉  

εξευτελισμός (ο) 🔉  
ταπείνωση (η) 🔉  
υποτίμηση (η) 🔉  
aşağılamak 🔉  

εξευτελίζω 🔉  
ταπεινώνω 🔉  
υποτιμώ 🔉  
aşağılanabilme 🔉  

δυνατότητα εξευτελισμού (η) 🔉  
δυνατότητα ταπείνωσης (η) 🔉  
aşağılanabilmek 🔉  

δύναμαι να εξευτελιστώ 🔉  
δύναμαι να ταπεινωθώ 🔉  
aşağılanış 🔉  

εξευτελισμός (ο) 🔉  
ταπείνωση (η) 🔉  
aşağılanma 🔉  

εξευτελισμός (ο) 🔉  
ταπείνωση (η) 🔉  
aşağılanmak 🔉  

εξευτελίζομαι 🔉  
ταπεινώνομαι 🔉  
aşağılaşabilme 🔉  

δυνατότητα εκφυλισμού (η) 🔉  
δυνατότητα υποβάθμισης (η) 🔉  
aşağılaşabilmek 🔉  

εκφυλίζομαι 🔉  
υποβαθμίζομαι 🔉  
aşağılaşma 🔉  

εκφυλισμός (ο) 🔉  
υποβάθμιση (η) 🔉  
aşağılaşmak 🔉  

εκφυλίζομαι 🔉  
υποβαθμίζομαι 🔉  
aşağılatma 🔉  

πρόκληση εξευτελισμού (η) 🔉  
πρόκληση ταπείνωσης (η) 🔉  
aşağılatmak 🔉  

εξευτελίζω 🔉  
ταπεινώνω 🔉  
aşağılayabilme 🔉  

δυνατότητα εξευτελισμού (η) 🔉  
δυνατότητα ταπείνωσης (η) 🔉  
aşağılayabilmek 🔉  

δύναμαι να εξευτελίσω 🔉  
δύναμαι να ταπεινώσω 🔉  
aşağılayış 🔉  

εξευτελισμός (ο) 🔉  
ταπείνωση (η) 🔉  
υποτίμηση (η) 🔉  
aşağılı yukarılı 🔉  

πάνω-κάτω 🔉  
ανωκατωτά 🔉  
aşağılık 🔉  

κατωτερότητα (η) 🔉  
ευτέλεια (η) 🔉  
ποταπότητα (η) 🔉  
aşağılık duygusu 🔉  

αίσθημα κατωτερότητας (το) 🔉  
aşağılık hissi 🔉  

αίσθημα κατωτερότητας (το) 🔉  
aşağılık kompleksi 🔉  

σύμπλεγμα κατωτερότητας (το) 🔉  
aşağısama 🔉  

υποτίμηση (η) 🔉  
περιφρόνηση (η) 🔉  
aşağısamak 🔉  

υποτιμώ 🔉  
περιφρονώ 🔉  
aşağısanma 🔉  

υποτίμηση (η) 🔉  
περιφρόνηση (η) 🔉  
aşağısanmak 🔉  

υποτιμώ 🔉  
περιφρονώ 🔉  
asal 🔉  

πρωτεύων 🔉  
κύριος 🔉  
βασικός 🔉  
asal gazlar 🔉  

ευγενή αέρια (τα) 🔉  
asal sayı 🔉  

πρώτος αριθμός (ο) 🔉  
asalak 🔉  

παράσιτο (το) 🔉  
asalak bilimci 🔉  

παρασιτολόγος (ο) 🔉  
asalak bilimi 🔉  

παρασιτολογία (η) 🔉  
asalak bilimsel 🔉  

παρασιτολογικός 🔉  
asalaklaşma 🔉  

παρασιτισμός (ο) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱