Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
asi 🔉  

αντάρτης (ο) 🔉  
επαναστάτης (ο) 🔉  
στασιαστικός 🔉  
aside 🔉  

οξύ (το) 🔉  
asidimetre 🔉  

οξυμετρητής (ο) 🔉  
aşikâr 🔉  

προφανής 🔉  
έκδηλος 🔉  
φανερός 🔉  
aşikâre 🔉  

φανερά 🔉  
προφανώς 🔉  
aşikârlık 🔉  

προφάνεια (η) 🔉  
φανερότητα (η) 🔉  
asil 🔉  

ευγενής 🔉  
αριστοκρατικός 🔉  
γνήσιος 🔉  
Aşil kirişi 🔉  

αχίλλειος τένοντας (ο) 🔉  
Aşil tendonu 🔉  

αχίλλειος τένοντας (ο) 🔉  
Aşil topuğu 🔉  

αχίλλειος πτέρνα (η) 🔉  
asileşme 🔉  

εξευγενισμός (ο) 🔉  
αριστοκρατικοποίηση (η) 🔉  
asileşmek 🔉  

εξευγενίζομαι 🔉  
αριστοκρατικοποιούμαι 🔉  
asilik 🔉  

ευγένεια (η) 🔉  
αριστοκρατικότητα (η) 🔉  
asillik 🔉  

ευγένεια (η) 🔉  
αριστοκρατικότητα (η) 🔉  
asilzade 🔉  

ευγενής (ο) 🔉  
αριστοκράτης (ο) 🔉  
asilzadelik 🔉  

αριστοκρατία (η) 🔉  
ευγενής τάξη (η) 🔉  
asimetri 🔉  

ασυμμετρία (η) 🔉  
asimetrik 🔉  

ασύμμετρος 🔉  
asimilasyon 🔉  

αφομοίωση (η) 🔉  
asimile 🔉  

αφομοιωμένος 🔉  
αφομοιωτικός 🔉  
asimptot 🔉  

ασύμπτωτη (η) 🔉  
aşina 🔉  

οικείος 🔉  
γνώριμος 🔉  
aşinalık 🔉  

οικειότητα (η) 🔉  
εξοικείωση (η) 🔉  
aşir 🔉  

δέκατος 🔉  
δέκατο μέρος (το) 🔉  
aşiret 🔉  

φυλή (η) 🔉  
φατρία (η) 🔉  
asist 🔉  

ασίστ (η) 🔉  
asistan 🔉  

βοηθός (ο) 🔉  
ассистент (ο) 🔉  
asistanlık 🔉  

βοηθητική θέση (η) 🔉  
ассιστεντία (η) 🔉  
asit 🔉  

οξύ (το) 🔉  
asit alkol 🔉  

αλκοολικό οξύ (το) 🔉  
asit borik 🔉  

βορικό οξύ (το) 🔉  
asit fenik 🔉  

φαινικό οξύ (το) 🔉  
asit katalizör 🔉  

όξινος καταλύτης (ο) 🔉  
asitli 🔉  

όξινος 🔉  
με οξύ 🔉  
asitölçer 🔉  

οξυμετρητής (ο) 🔉  
asitsiz 🔉  

χωρίς οξύ 🔉  
μη όξινος 🔉  
aşiyan 🔉  

φωλιά (η) 🔉  
κατοικία (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱