Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
askı 🔉  

κρεμάστρα (η) 🔉  
ανάρτηση (η) 🔉  
αναστολή (η) 🔉  
askıcı 🔉  

κρεμαστράς (ο) 🔉  
αναρτητής (ο) 🔉  
askıcılık 🔉  

επάγγελμα κρεμαστρά (το) 🔉  
αναρτητική (η) 🔉  
askıda 🔉  

σε αναστολή 🔉  
κρεμασμένος 🔉  
askılı 🔉  

με κρεμάστρα 🔉  
κρεμαστός 🔉  
αναρτημένος 🔉  
askılık 🔉  

κρεμάστρα (η) 🔉  
κρεμαστάρι (το) 🔉  
aşkın 🔉  

υπερβατικός 🔉  
υπερβαίνων 🔉  
υπέρμετρος 🔉  
askın surat 🔉  

σκυθρωπό πρόσωπο (το) 🔉  
κατηφές ύφος (το) 🔉  
aşkıncı 🔉  

υπερβατιστής (ο) 🔉  
aşkıncılık 🔉  

υπερβατισμός (ο) 🔉  
aşkınlık 🔉  

υπερβατικότητα (η) 🔉  
υπέρβαση (η) 🔉  
askıntı 🔉  

ενοχλητικός τύπος (ο) 🔉  
κολλιτσίδα (η) 🔉  
askıntılık 🔉  

ενοχλητικότητα (η) 🔉  
κολλητισμός (ο) 🔉  
askısız 🔉  

χωρίς κρεμάστρα 🔉  
χωρίς ανάρτηση 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱