Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
asker 🔉  

στρατιώτης (ο) 🔉  
asker hastanesi 🔉  

στρατιωτικό νοσοκομείο (το) 🔉  
asker kaçağı 🔉  

λιποτάκτης (ο) 🔉  
asker ocağı 🔉  

στρατώνας (ο) 🔉  
στρατιωτική μονάδα (η) 🔉  
asker tayını 🔉  

στρατιωτικό συσσίτιο (το) 🔉  
μερίδα στρατιώτη (η) 🔉  
askerce 🔉  

στρατιωτικά 🔉  
askercesine 🔉  

στρατιωτικώς 🔉  
askerci 🔉  

στρατολόγος (ο) 🔉  
στρατιωτικομανής (ο) 🔉  
askercilik 🔉  

στρατολογία (η) 🔉  
στρατιωτικομανία (η) 🔉  
askerî 🔉  

στρατιωτικός 🔉  
askerî ambargo 🔉  

στρατιωτικό εμπάργκο (το) 🔉  
askerî ataşe 🔉  

στρατιωτικός ακόλουθος (ο) 🔉  
askerî güç 🔉  

στρατιωτική δύναμη (η) 🔉  
askerî hastane 🔉  

στρατιωτικό νοσοκομείο (το) 🔉  
askerî inzibat 🔉  

στρατιωτική αστυνομία (η) 🔉  
askerî kaput 🔉  

στρατιωτικό παλτό (το) 🔉  
askerî rüştiye 🔉  

στρατιωτικό γυμνάσιο (το) 🔉  
askerîleşme 🔉  

στρατιωτικοποίηση (η) 🔉  
askerîleşmek 🔉  

στρατιωτικοποιούμαι 🔉  
askerîleştirilme 🔉  

στρατιωτικοποίηση (η) 🔉  
askerîleştirilmek 🔉  

στρατιωτικοποιούμαι 🔉  
askerîleştirme 🔉  

στρατιωτικοποίηση (η) 🔉  
askerîleştirmek 🔉  

στρατιωτικοποιώ 🔉  
askeriye 🔉  

στρατός (ο) 🔉  
στρατιωτικό κατεστημένο (το) 🔉  
askerlik 🔉  

στρατιωτική θητεία (η) 🔉  
στρατιωτική υπηρεσία (η) 🔉  
askerlik çağı 🔉  

ηλικία στράτευσης (η) 🔉  
askerlik dairesi 🔉  

στρατολογικό γραφείο (το) 🔉  
askerlik hizmeti 🔉  

στρατιωτική υπηρεσία (η) 🔉  
askerlik şubesi 🔉  

στρατολογικό γραφείο (το) 🔉  
askerlik yoklaması 🔉  

κατάταξη (η) 🔉  
έλεγχος στράτευσης (ο) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱