Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
avuç
🔉
παλάμη (η)
🔉
χούφτα (η)
🔉
avuç avuç
🔉
χούφτες χούφτες
🔉
avuç dolusu
🔉
μια χούφτα (η)
🔉
χούφτα γεμάτη (η)
🔉
avuç içi
🔉
εσωτερική παλάμη (η)
🔉
avuçlama
🔉
σύλληψη με την παλάμη (η)
🔉
χουφτάρισμα (το)
🔉
avuçlamak
🔉
πιάνω με την παλάμη
🔉
χουφτώνω
🔉
avuçlanma
🔉
σύλληψη με την παλάμη (η)
🔉
avuçlanmak
🔉
πιάνεται με την παλάμη
🔉
avuçlatma
🔉
ανάθεση να χουφτώσει (η)
🔉
avuçlatmak
🔉
βάζω να πιάσει με την παλάμη
🔉
βάζω να χουφτώσει
🔉
avuçlayabilme
🔉
δυνατότητα να χουφτώσω (η)
🔉
avuçlayabilmek
🔉
δύναμαι να πιάσω με την παλάμη
🔉
δύναμαι να χουφτώσω
🔉
avuçlayış
🔉
χουφτάρισμα (το)
🔉
σύλληψη με την παλάμη (η)
🔉
avuçlayıverme
🔉
γρήγορο χουφτάρισμα (το)
🔉
avuçlayıvermek
🔉
χουφτώνω γρήγορα
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱