Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
ayar
🔉
ρύθμιση (η)
🔉
βαθμός καθαρότητας (ο)
🔉
καράτι (το)
🔉
ayarcı
🔉
ρυθμιστής (ο)
🔉
δοκιμαστής (ο)
🔉
ayarcılık
🔉
ρύθμιση (η)
🔉
δοκιμασία (η)
🔉
ayarı bozuk
🔉
απορρυθμισμένος
🔉
ελαττωματικός
🔉
ayarlama
🔉
ρύθμιση (η)
🔉
προσαρμογή (η)
🔉
διευθέτηση (η)
🔉
ayarlamak
🔉
ρυθμίζω
🔉
προσαρμόζω
🔉
διευθετώ
🔉
ayarlanabilme
🔉
δυνατότητα ρύθμισης (η)
🔉
δυνατότητα προσαρμογής (η)
🔉
ayarlanabilmek
🔉
δύναμαι να ρυθμιστώ
🔉
δύναμαι να προσαρμοστώ
🔉
ayarlanış
🔉
ρύθμιση (η)
🔉
προσαρμογή (η)
🔉
ayarlanma
🔉
ρύθμιση (η)
🔉
προσαρμογή (η)
🔉
ayarlanmak
🔉
ρυθμίζομαι
🔉
προσαρμόζομαι
🔉
ayarlatabilme
🔉
δυνατότητα να ρυθμιστεί (η)
🔉
ayarlatabilmek
🔉
δύναμαι να ρυθμίσω μέσω άλλου
🔉
ayarlatma
🔉
ανάθεση ρύθμισης (η)
🔉
ayarlatmak
🔉
βάζω να ρυθμίσουν
🔉
αναθέτω να ρυθμιστεί
🔉
ayarlayabilme
🔉
δυνατότητα ρύθμισης (η)
🔉
ayarlayabilmek
🔉
δύναμαι να ρυθμίσω
🔉
δύναμαι να προσαρμόσω
🔉
ayarlayıcı
🔉
ρυθμιστής (ο)
🔉
ayarlayış
🔉
ρύθμιση (η)
🔉
προσαρμογή (η)
🔉
ayarlayıverme
🔉
γρήγορη ρύθμιση (η)
🔉
ayarlayıvermek
🔉
ρυθμίζω αμέσως
🔉
ayarlı
🔉
ρυθμισμένος
🔉
ρυθμιζόμενος
🔉
ayarlı pense
🔉
ρυθμιζόμενη πένσα (η)
🔉
γαλλικό κλειδί (το)
🔉
ayarsız
🔉
απορρύθμιστος
🔉
ακαθόριστος
🔉
ayarsızlık
🔉
απορρύθμιση (η)
🔉
ακαθοριστία (η)
🔉
ayartabilme
🔉
δυνατότητα αποπλάνησης (η)
🔉
δυνατότητα δελεασμού (η)
🔉
ayartabilmek
🔉
δύναμαι να αποπλανήσω
🔉
δύναμαι να δελεάσω
🔉
ayartı
🔉
πειρασμός (ο)
🔉
δέλεαρ (το)
🔉
ayartılabilme
🔉
δυνατότητα αποπλάνησης (η)
🔉
ayartılabilmek
🔉
δύναμαι να αποπλανηθώ
🔉
δύναμαι να δελεαστώ
🔉
ayartılış
🔉
αποπλάνηση (η)
🔉
δελεασμός (ο)
🔉
ayartılma
🔉
αποπλάνηση (η)
🔉
δελεασμός (ο)
🔉
ayartılmak
🔉
αποπλανώμαι
🔉
δελεάζομαι
🔉
ayartış
🔉
αποπλάνηση (η)
🔉
δελεασμός (ο)
🔉
ayartma
🔉
αποπλάνηση (η)
🔉
δελεασμός (ο)
🔉
ayartmak
🔉
αποπλανώ
🔉
δελεάζω
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱