Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
böcek 🔉  

έντομο (το) 🔉  
ζωύφιο (το) 🔉  
böcek bilimci 🔉  

εντομολόγος (ο) 🔉  
böcek bilimi 🔉  

εντομολογία (η) 🔉  
böcek bilimsel 🔉  

εντομολογικός 🔉  
böcekbaşı 🔉  

επικεφαλής εντόμων (ο) 🔉  
böcekçi 🔉  

εντομολόγος (ο) 🔉  
συλλέκτης εντόμων (ο) 🔉  
böcekçil 🔉  

εντομοφάγος 🔉  
böcekçilik 🔉  

εντομολογία (η) 🔉  
συλλογή εντόμων (η) 🔉  
böcekçiller 🔉  

εντομοφάγα (τα) 🔉  
böcekhane 🔉  

εντομοτροφείο (το) 🔉  
böcekkabuğu 🔉  

χιτίνινο περίβλημα (το) 🔉  
κέλυφος εντόμου (το) 🔉  
böcekkapan 🔉  

παγίδα εντόμων (η) 🔉  
böceklenebilme 🔉  

δυνατότητα να προσβληθεί από έντομα (η) 🔉  
böceklenebilmek 🔉  

μπορώ να προσβληθώ από έντομα 🔉  
δύναμαι να γεμίσω έντομα 🔉  
böceklenme 🔉  

προσβολή από έντομα (η) 🔉  
εντόμωση (η) 🔉  
böceklenmek 🔉  

προσβάλλομαι από έντομα 🔉  
γεμίζω έντομα 🔉  
böcekler 🔉  

έντομα (τα) 🔉  
böcekli 🔉  

εντομωμένος 🔉  
με έντομα 🔉  
böceklik 🔉  

εντόμωση (η) 🔉  
κατάσταση με έντομα (η) 🔉  
böceksavar 🔉  

εντομοαπωθητικό (το) 🔉  
böceksiz 🔉  

χωρίς έντομα 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱