Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
bön
🔉
αφελής
🔉
χαζός
🔉
bonbon
🔉
καραμέλα (η)
🔉
μπονμπόν (το)
🔉
bonbon şekeri
🔉
καραμέλα (η)
🔉
ζαχαρωτό μπονμπόν (το)
🔉
bonboncu
🔉
καραμελάς (ο)
🔉
πωλητής μπονμπόν (ο)
🔉
bonbonculuk
🔉
καραμελοπωλείο (το)
🔉
εμπορία καραμελών (η)
🔉
bönce
🔉
αφελώς
🔉
χαζά
🔉
böncesine
🔉
αφελώς
🔉
σαν αφελής
🔉
boncuk
🔉
χάντρα (η)
🔉
χαντρούλα (η)
🔉
boncuk boncuk
🔉
χαντρούλες (η πληθ.)
🔉
σε χάντρες
🔉
boncuk fasulye
🔉
φασόλι «χάντρα» (το)
🔉
boncuk mavisi
🔉
γαλάζιο της χάντρας
🔉
τιρκουάζ
🔉
boncuk tutkalı
🔉
κόλλα για χάντρες (η)
🔉
boncukçu
🔉
χαντράς (ο)
🔉
κατασκευαστής χαντρών (ο)
🔉
boncukçuluk
🔉
χαντροπωλείο (το)
🔉
χαντροτεχνία (η)
🔉
boncuklanış
🔉
σχηματισμός χαντρών (ο)
🔉
boncuklanma
🔉
χαντροποίηση (η)
🔉
σχηματισμός χαντρών (ο)
🔉
boncuklanmak
🔉
σχηματίζω χάντρες
🔉
γίνομαι χάντρες
🔉
boncuklaşma
🔉
χαντροποίηση (η)
🔉
boncuklaşmak
🔉
χαντροποιούμαι
🔉
γίνομαι σαν χάντρες
🔉
boncuklu
🔉
με χάντρες
🔉
χαντροστόλιστος
🔉
boncukluk
🔉
θήκη χαντρών (η)
🔉
χαντροθήκη (η)
🔉
boncuksuz
🔉
χωρίς χάντρες
🔉
bone
🔉
σκουφάκι (το)
🔉
δίχτυ μαλλιών (το)
🔉
bonfile
🔉
φιλέτο (το)
🔉
bonfilelik
🔉
κατάλληλος για φιλέτο
🔉
bonjur
🔉
καλημέρα
🔉
μπονζούρ
🔉
bonkör
🔉
γενναιόδωρος
🔉
μεγαλόψυχος
🔉
bonkörce
🔉
γενναιόδωρα
🔉
μεγαλόψυχα
🔉
bonkörleşebilme
🔉
δυνατότητα να γίνω γενναιόδωρος (η)
🔉
bonkörleşebilmek
🔉
μπορώ να γίνω γενναιόδωρος
🔉
bonkörleşme
🔉
εκγένεση γενναιοδωρίας (η)
🔉
μεταβολή σε γενναιόδωρο (η)
🔉
bonkörleşmek
🔉
γίνομαι γενναιόδωρος
🔉
bonkörlük
🔉
γενναιοδωρία (η)
🔉
μεγαλoψυχία (η)
🔉
bönleşme
🔉
αποβλάκωση (η)
🔉
αποχαύνωση (η)
🔉
bönleşmek
🔉
αποβλακώνομαι
🔉
αποχαυνώνομαι
🔉
bönlük
🔉
αφέλεια (η)
🔉
χαζομάρα (η)
🔉
bonmarşe
🔉
πολυκατάστημα (το)
🔉
bono
🔉
ομολογία (η)
🔉
γραμμάτιο (το)
🔉
bonservis
🔉
πιστοποιητικό (το)
🔉
δελτίο μεταγραφής (το)
🔉
bonservisli
🔉
με πιστοποιητικό
🔉
με δελτίο μεταγραφής
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱