Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
büyük
🔉
μεγάλος
🔉
σπουδαίος
🔉
büyük abdest
🔉
αφόδευση (η)
🔉
κόπρανα (τα)
🔉
büyük aile
🔉
πολυμελής οικογένεια (η)
🔉
εκτεταμένη οικογένεια (η)
🔉
büyük amiral
🔉
μέγας ναύαρχος (ο)
🔉
büyük boy
🔉
μεγάλο μέγεθος (το)
🔉
büyük çember
🔉
μεγάλος κύκλος (ο)
🔉
büyük dalga
🔉
μεγάλο κύμα (το)
🔉
büyük defter
🔉
μεγάλο κατάστιχο (το)
🔉
γενικό καθολικό (το)
🔉
büyük hanım
🔉
κυρία (η)
🔉
αρχόντισσα (η)
🔉
büyük harf
🔉
κεφαλαίο γράμμα (το)
🔉
büyük kalori
🔉
χιλιοθερμίδα (η)
🔉
büyük kan dolaşımı
🔉
συστηματική κυκλοφορία (η)
🔉
μεγάλη κυκλοφορία του αίματος (η)
🔉
büyük mağaza
🔉
πολυκατάστημα (το)
🔉
büyük mevlit ayı
🔉
μήνας του μεγάλου μεβλίτ (ο)
🔉
büyük önerme
🔉
μείζων πρόταση (η)
🔉
büyük orta
🔉
μείζων μέση (η)
🔉
büyük para
🔉
μεγάλο χρηματικό ποσό (το)
🔉
büyük sesli uyumu
🔉
μείζων φωνηεντική αρμονία (η)
🔉
büyük tansiyon
🔉
υπέρταση (η)
🔉
büyük terim
🔉
μείζων όρος (ο)
🔉
büyük tövbe ayı
🔉
μήνας της μεγάλης μετανοίας (ο)
🔉
büyük ünlü uyumu
🔉
μείζων φωνηεντική αρμονία (η)
🔉
büyükana
🔉
γιαγιά (η)
🔉
büyükanne
🔉
γιαγιά (η)
🔉
büyükannelik
🔉
ιδιότητα της γιαγιάς (η)
🔉
Büyükayı
🔉
Μεγάλη Άρκτος (η)
🔉
büyükbaba
🔉
παππούς (ο)
🔉
büyükbabalık
🔉
ιδιότητα του παππού (η)
🔉
büyükbaş
🔉
μεγάλο ζώο (το)
🔉
βοοειδές (το)
🔉
büyükçe
🔉
αρκετά μεγάλος
🔉
μεγαλούτσικος
🔉
Büyükçekmece
🔉
Μπουγιούκτσεκμετζέ (το)
🔉
büyükelçi
🔉
πρέσβης (ο)
🔉
büyükelçilik
🔉
πρεσβεία (η)
🔉
büyüklenebilme
🔉
δυνατότητα να υπερηφανευθεί (η)
🔉
δυνατότητα να καυχηθεί (η)
🔉
büyüklenebilmek
🔉
μπορώ να υπερηφανευθώ
🔉
μπορώ να καυχηθώ
🔉
büyükleniş
🔉
υπερηφάνεια (η)
🔉
καύχηση (η)
🔉
büyüklenme
🔉
υπερηφάνεια (η)
🔉
καύχηση (η)
🔉
büyüklenmek
🔉
υπερηφανεύομαι
🔉
καυχώμαι
🔉
büyüklü küçüklü
🔉
κάθε μεγέθους
🔉
μεγάλοι και μικροί
🔉
büyüklük
🔉
μέγεθος (το)
🔉
μεγαλείο (το)
🔉
büyüklük hastalığı
🔉
μεγαλομανία (η)
🔉
Büyükorhan
🔉
Μπουγιούκορχαν (τοπωνύμιο) (το)
🔉
büyükpeder
🔉
πάππος (ο)
🔉
παππούς (ο)
🔉
büyükşehir
🔉
μητροπολιτικός δήμος (ο)
🔉
μητρόπολη (η)
🔉
büyükseme
🔉
υπεροψία (η)
🔉
αλαζονεία (η)
🔉
büyüksemek
🔉
υπερηφανεύομαι
🔉
αλαζονεύομαι
🔉
büyüksü
🔉
μεγαλόμορφος
🔉
μεγαλόσχημος
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱