Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
bağış 🔉  

δωρεά (η) 🔉  
χορηγία (η) 🔉  
bağışçı 🔉  

δωρητής (ο) 🔉  
χορηγός (ο) 🔉  
bağışçılık 🔉  

δωρεοδότηση (η) 🔉  
φιλανθρωπία (η) 🔉  
bağışık 🔉  

άνοσος 🔉  
bağışık serum 🔉  

αντιορός (ο) 🔉  
ανοσοποιητικός ορός (ο) 🔉  
bağışıklık 🔉  

ανοσία (η) 🔉  
bağışıklık bilimci 🔉  

ανοσολόγος (ο) 🔉  
bağışıklık bilimi 🔉  

ανοσολογία (η) 🔉  
bağışıklık bilimsel 🔉  

ανοσολογικός 🔉  
bağışlama 🔉  

δωρεά (η) 🔉  
συγχώρηση (η) 🔉  
bağışlamak 🔉  

δωρίζω 🔉  
συγχωρώ 🔉  
bağışlamalı 🔉  

με συγχώρηση 🔉  
συγχωρητικός 🔉  
bağışlamasız 🔉  

ασυγχώρητος 🔉  
χωρίς συγχώρηση 🔉  
bağışlanabilme 🔉  

δυνατότητα συγχώρησης (η) 🔉  
bağışlanabilmek 🔉  

μπορεί να συγχωρηθεί 🔉  
bağışlanış 🔉  

συγχώρηση (η) 🔉  
bağışlanma 🔉  

συγχώρηση (η) 🔉  
bağışlanmak 🔉  

συγχωρούμαι 🔉  
bağışlatabilme 🔉  

δυνατότητα να επιτύχει συγχώρηση (η) 🔉  
bağışlatabilmek 🔉  

μπορεί να επιτύχει συγχώρηση 🔉  
bağışlatılma 🔉  

συγχώρηση κατόπιν μεσολάβησης (η) 🔉  
bağışlatılmak 🔉  

συγχωρούμαι κατόπιν μεσολάβησης 🔉  
bağışlatış 🔉  

ενέργεια επίτευξης συγχώρησης (η) 🔉  
bağışlatma 🔉  

επίτευξη συγχώρησης (η) 🔉  
bağışlatmak 🔉  

επιτυγχάνω να συγχωρηθεί 🔉  
μεσολαβώ για συγχώρηση 🔉  
bağışlayabilme 🔉  

δυνατότητα να συγχωρήσει (η) 🔉  
δυνατότητα να δωρίσει (η) 🔉  
bağışlayabilmek 🔉  

μπορεί να συγχωρήσει 🔉  
μπορεί να δωρίσει 🔉  
bağışlayış 🔉  

συγχώρηση (η) 🔉  
δωρεά (η) 🔉  
bağışlayıverme 🔉  

άμεση συγχώρηση (η) 🔉  
άμεση δωρεά (η) 🔉  
bağışlayıvermek 🔉  

συγχωρώ αμέσως 🔉  
δωρίζω αμέσως 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱