Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
bağımlı
🔉
εξαρτημένος
🔉
bağımlı akım kaynağı
🔉
εξαρτώμενη πηγή ρεύματος (η)
🔉
bağımlı sıralı cümle
🔉
εξαρτημένη παρατακτική πρόταση (η)
🔉
bağımlılaşabilme
🔉
δυνατότητα να καταστεί εξαρτημένος (η)
🔉
bağımlılaşabilmek
🔉
μπορεί να καταστεί εξαρτημένος
🔉
bağımlılaşma
🔉
εξαρτησιοποίηση (η)
🔉
bağımlılaşmak
🔉
καθίσταμαι εξαρτημένος
🔉
bağımlılaştırılma
🔉
εξαρτησιοποίηση (η)
🔉
bağımlılaştırılmak
🔉
εξαρτησιοποιούμαι
🔉
bağımlılaştırma
🔉
εξαρτησιοποίηση (η)
🔉
bağımlılaştırmak
🔉
εξαρτησιοποιώ
🔉
bağımlılık
🔉
εξάρτηση (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱