Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
bağımsız 🔉  

ανεξάρτητος 🔉  
bağımsız bölüm 🔉  

αυτοτελής ιδιοκτησία (η) 🔉  
ανεξάρτητη μονάδα (η) 🔉  
bağımsız milletvekili 🔉  

ανεξάρτητος βουλευτής (ο) 🔉  
bağımsız sıralı cümle 🔉  

ανεξάρτητη παρατακτική πρόταση (η) 🔉  
bağımsızca 🔉  

ανεξάρτητα 🔉  
bağımsızcasına 🔉  

κατά τρόπο ανεξάρτητο 🔉  
bağımsızlaşabilme 🔉  

δυνατότητα ανεξαρτητοποίησης (η) 🔉  
bağımsızlaşabilmek 🔉  

μπορεί να ανεξαρτητοποιηθεί 🔉  
bağımsızlaşma 🔉  

ανεξαρτητοποίηση (η) 🔉  
bağımsızlaşmak 🔉  

ανεξαρτητοποιούμαι 🔉  
bağımsızlaştırabilme 🔉  

δυνατότητα να καταστήσει ανεξάρτητο (η) 🔉  
bağımsızlaştırabilmek 🔉  

μπορεί να καταστήσει ανεξάρτητο 🔉  
bağımsızlaştırma 🔉  

ανεξαρτητοποίηση (η) 🔉  
bağımsızlaştırmak 🔉  

ανεξαρτητοποιώ 🔉  
bağımsızlık 🔉  

ανεξαρτησία (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱