Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
bağda 🔉  

στο αμπέλι 🔉  
bağdadi 🔉  

μπαγδατί (το) 🔉  
μπαγδατί (το) 🔉  
bağdalama 🔉  

εμβολιασμός (ο) 🔉  
bağdalamak 🔉  

εμβολιάζω 🔉  
bağdama 🔉  

εμβολιασμός (ο) 🔉  
bağdamak 🔉  

εμβολιάζω 🔉  
bağdaş 🔉  

σταυροπόδι (το) 🔉  
bağdaşabilme 🔉  

δυνατότητα συμβατότητας (η) 🔉  
bağdaşabilmek 🔉  

είναι συμβατός 🔉  
μπορεί να συνυπάρχει 🔉  
bağdaşık 🔉  

συνεκτικός 🔉  
συνεπής 🔉  
συμβατός 🔉  
bağdaşıklaşma 🔉  

συνεκτικοποίηση (η) 🔉  
εναρμόνιση (η) 🔉  
bağdaşıklaşmak 🔉  

γίνεται συνεκτικός 🔉  
εναρμονίζεται 🔉  
bağdaşıklaştırma 🔉  

συνεκτικοποίηση (η) 🔉  
εναρμόνιση (η) 🔉  
bağdaşıklaştırmak 🔉  

καθιστώ συνεκτικό 🔉  
εναρμονίζω 🔉  
bağdaşıklık 🔉  

συνεκτικότητα (η) 🔉  
συνοχή (η) 🔉  
bağdaşılma 🔉  

εναρμόνιση (η) 🔉  
bağdaşılmak 🔉  

εναρμονίζομαι 🔉  
καθίσταμαι συμβατός 🔉  
bağdaşım 🔉  

συμβατότητα (η) 🔉  
συνάφεια (η) 🔉  
bağdaşma 🔉  

συμβατότητα (η) 🔉  
συνύπαρξη (η) 🔉  
bağdaşmak 🔉  

συμβιβάζομαι 🔉  
συνάδω 🔉  
εναρμονίζομαι 🔉  
bağdaşmaz 🔉  

ασύμβατος 🔉  
ασυμβίβαστος 🔉  
bağdaşmazlık 🔉  

ασυμβατότητα (η) 🔉  
ασυμβιβαστότητα (η) 🔉  
bağdaştırabilme 🔉  

δυνατότητα εναρμόνισης (η) 🔉  
bağdaştırabilmek 🔉  

μπορεί να εναρμονίσει 🔉  
μπορεί να συμβιβάσει 🔉  
bağdaştırılabilme 🔉  

δυνατότητα να εναρμονιστεί (η) 🔉  
bağdaştırılabilmek 🔉  

μπορεί να εναρμονιστεί 🔉  
μπορεί να συμβιβαστεί 🔉  
bağdaştırılma 🔉  

εναρμόνιση (η) 🔉  
συμβιβασμός (ο) 🔉  
bağdaştırılmak 🔉  

εναρμονίζομαι 🔉  
συμβιβάζομαι 🔉  
bağdaştırma 🔉  

εναρμόνιση (η) 🔉  
συμβιβασμός (ο) 🔉  
bağdaştırmacı 🔉  

συγκρητιστής (ο) 🔉  
συνθετιστής (ο) 🔉  
bağdaştırmacılık 🔉  

συγκρητισμός (ο) 🔉  
συνθετισμός (ο) 🔉  
bağdaştırmak 🔉  

εναρμονίζω 🔉  
συμβιβάζω 🔉  
συνταιριάζω 🔉  
Bağdat 🔉  

Βαγδάτη (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱