Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
bağlantı
🔉
σύνδεση (η)
🔉
συσχέτιση (η)
🔉
επαφή (η)
🔉
bağlantı borusu
🔉
σωλήνας σύνδεσης (ο)
🔉
bağlantı doku
🔉
συνδετικός ιστός (ο)
🔉
bağlantı gücü
🔉
ισχύς σύνδεσης (η)
🔉
bağlantı ünlüsü
🔉
συνδετικό φωνήεν (το)
🔉
bağlantı ünsüzü
🔉
συνδετικό σύμφωνο (το)
🔉
bağlantılı
🔉
συνδεδεμένος
🔉
συσχετισμένος
🔉
bağlantılılık
🔉
συνδεσιμότητα (η)
🔉
συσχετιστικότητα (η)
🔉
bağlantısız
🔉
ασύνδετος
🔉
αδέσμευτος
🔉
bağlantısız ülkeler
🔉
αδέσμευτες χώρες (οι)
🔉
bağlantısızlık
🔉
ασυνδεσία (η)
🔉
αδεσμευσία (η)
🔉
bağlantısızlık politikası
🔉
πολιτική αδεσμευσίας (η)
🔉
bağlantısızlık siyaseti
🔉
πολιτική αδεσμευσίας (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱