Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
badana 🔉  

ασβέστωμα (το) 🔉  
βαφή τοίχων (η) 🔉  
badanacı 🔉  

ασβεστής (ο) 🔉  
ελαιοχρωματιστής (ο) 🔉  
badanacılık 🔉  

ασβεστική (η) 🔉  
ελαιοχρωματισμός (ο) 🔉  
badanalama 🔉  

ασβέστωμα (το) 🔉  
βάψιμο (το) 🔉  
badanalamak 🔉  

ασβεστώνω 🔉  
βάφω (τοίχους) 🔉  
badanalanma 🔉  

ασβέστωμα (το) 🔉  
βάψιμο (το) 🔉  
badanalanmak 🔉  

ασβεστώνομαι 🔉  
βάφομαι (τοίχοι) 🔉  
badanalatma 🔉  

ανάθεση ασβεστώματος (η) 🔉  
ανάθεση βαψίματος (η) 🔉  
badanalatmak 🔉  

βάζω να ασβεστώσουν 🔉  
αναθέτω να βάψουν 🔉  
badanalı 🔉  

ασβεστωμένος 🔉  
βαμμένος 🔉  
badanasız 🔉  

αασβέστωτος 🔉  
άβαφος 🔉  
badanasızlık 🔉  

έλλειψη ασβεστώματος (η) 🔉  
αβαφία (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱