Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
bakış
🔉
βλέμμα (το)
🔉
ματιά (η)
🔉
bakış açısı
🔉
οπτική γωνία (η)
🔉
άποψη (η)
🔉
bakış tarzı
🔉
τρόπος θέασης (ο)
🔉
τρόπος ματιάς (ο)
🔉
bakışabilme
🔉
δυνατότητα να κοιταχτούν (η)
🔉
bakışabilmek
🔉
δύναμαι να κοιταχτώ (με άλλον)
🔉
bakışım
🔉
συμμετρία (η)
🔉
bakışımlı
🔉
συμμετρικός
🔉
bakışımlılık
🔉
συμμετρικότητα (η)
🔉
bakışımsız
🔉
ασύμμετρος
🔉
bakışımsızlık
🔉
ασυμμετρία (η)
🔉
bakışıverme
🔉
γρήγορη ματιά (η)
🔉
bakışıvermek
🔉
ρίχνω μια ματιά
🔉
bakışlı
🔉
με βλέμμα
🔉
με ματιά
🔉
bakışma
🔉
αλληλοκοίταγμα (το)
🔉
bakışmak
🔉
κοιτάζομαι (ο ένας τον άλλον)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱