Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
balta
🔉
τσεκούρι (το)
🔉
πέλεκυς (ο)
🔉
baltabaş
🔉
μπαλταμπάς (ο)
🔉
baltacı
🔉
ξυλοκόπος (ο)
🔉
τσεκουράς (ο)
🔉
baltacık
🔉
τσεκουράκι (το)
🔉
baltacılık
🔉
ξυλοκοπία (η)
🔉
baltalama
🔉
πελέκημα (το)
🔉
κοπή με τσεκούρι (η)
🔉
baltalamak
🔉
πελεκώ
🔉
κόβω με τσεκούρι
🔉
baltalanabilme
🔉
δυνατότητα να πελεκηθεί (η)
🔉
baltalanabilmek
🔉
μπορώ να πελεκηθώ
🔉
μπορώ να κοπώ με τσεκούρι
🔉
baltalanış
🔉
πελέκημα (το)
🔉
baltalanma
🔉
πελέκημα (το)
🔉
κοπή με τσεκούρι (η)
🔉
baltalanmak
🔉
πελεκώμαι
🔉
κόβομαι με τσεκούρι
🔉
baltalayabilme
🔉
δυνατότητα να πελεκήσει (η)
🔉
baltalayabilmek
🔉
μπορώ να πελεκώ
🔉
μπορώ να κόψω με τσεκούρι
🔉
baltalayıcı
🔉
πελεκητής (ο)
🔉
πελεκητής (η)
🔉
baltalayıcılık
🔉
πελεκητική (η)
🔉
baltalayış
🔉
πελέκημα (το)
🔉
baltalayıverme
🔉
γρήγορο πελέκημα (το)
🔉
baltalayıvermek
🔉
πελεκώ γρήγορα
🔉
κόβω μονομιάς με τσεκούρι
🔉
baltalı
🔉
με τσεκούρι
🔉
οπλισμένος με τσεκούρι
🔉
baltalık
🔉
δάσος για ξυλεία (το)
🔉
ξυλοτόπι (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱