Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
basın 🔉  

τύπος (ο) 🔉  
μέσα ενημέρωσης (τα) 🔉  
basın ataşesi 🔉  

ακόλουθος Τύπου (ο) 🔉  
basın bildirisi 🔉  

δελτίο Τύπου (το) 🔉  
basın danışmanı 🔉  

σύμβουλος Τύπου (ο) 🔉  
basın danışmanlığı 🔉  

συμβουλευτική Τύπου (η) 🔉  
basın dünyası 🔉  

κόσμος του Τύπου (ο) 🔉  
basın kartı 🔉  

δημοσιογραφική ταυτότητα (η) 🔉  
κάρτα Τύπου (η) 🔉  
basın özeti 🔉  

επισκόπηση Τύπου (η) 🔉  
basın özgürlüğü 🔉  

ελευθερία του Τύπου (η) 🔉  
basın toplantısı 🔉  

συνέντευξη Τύπου (η) 🔉  
basın yasağı 🔉  

απαγόρευση δημοσίευσης (η) 🔉  
απαγόρευση Τύπου (η) 🔉  
başına buyruk 🔉  

αυθαίρετος 🔉  
ανεξάρτητος 🔉  
başına buyrukluk 🔉  

αυθαιρεσία (η) 🔉  
ανεξαρτησία (η) 🔉  
basınç 🔉  

πίεση (η) 🔉  
basınç anahtarı 🔉  

διακόπτης πίεσης (ο) 🔉  
basınç boynu 🔉  

λαιμός πίεσης (ο) 🔉  
basınç duyumu 🔉  

αίσθηση πίεσης (η) 🔉  
basınç odası 🔉  

θάλαμος πίεσης (ο) 🔉  
basınç ölçüm 🔉  

μέτρηση πίεσης (η) 🔉  
basınç tedavisi 🔉  

θεραπεία με πίεση (η) 🔉  
πιεσοθεραπεία (η) 🔉  
basınçlama 🔉  

συμπίεση (η) 🔉  
πίεση (η) 🔉  
basınçlamak 🔉  

συμπιέζω 🔉  
πιέζω 🔉  
basınçlanma 🔉  

συμπίεση (η) 🔉  
basınçlı 🔉  

υπό πίεση 🔉  
πιεστικός 🔉  
basınçlı hava 🔉  

πεπιεσμένος αέρας (ο) 🔉  
basınçlı su 🔉  

νερό υπό πίεση (το) 🔉  
πεπιεσμένο νερό (το) 🔉  
basınçölçer 🔉  

πιεσόμετρο (το) 🔉  
μανόμετρο (το) 🔉  
basınçyazar 🔉  

αρθρογράφος (ο) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱