Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
basma
🔉
τύπωμα (το)
🔉
εκτύπωση (η)
🔉
πατητό (το)
🔉
basma kalıbı
🔉
μήτρα εκτύπωσης (η)
🔉
καλούπι εκτύπωσης (το)
🔉
başmabeyinci
🔉
αρχιθαλαμηπόλος (ο)
🔉
basmacı
🔉
τυπωτής (ο)
🔉
basmacılık
🔉
τυπογραφία (η)
🔉
τυπωτική (η)
🔉
basmahane
🔉
τυπογραφείο (το)
🔉
başmak
🔉
παπούτσι (το)
🔉
basmak
🔉
πατώ
🔉
τυπώνω
🔉
πιέζω
🔉
başmakale
🔉
κύριο άρθρο (το)
🔉
basmakalıp
🔉
στερεότυπο (το)
🔉
κοινοτοπία (η)
🔉
τυποποιημένος
🔉
basmakalıplaşma
🔉
στερεοτυποποίηση (η)
🔉
basmakalıplaşmak
🔉
στερεοτυποποιούμαι
🔉
basmakalıplık
🔉
στερεοτυπία (η)
🔉
κοινοτοπία (η)
🔉
başmakçı
🔉
τσαγκάρης (ο)
🔉
Başmakçı
🔉
Μπασμακτσί (το)
🔉
başmakçılık
🔉
τσαγκαρική (η)
🔉
başmaklık
🔉
παπουτσοποιία (η)
🔉
başmal
🔉
παπούτσι (το)
🔉
basmalı
🔉
με τύπωμα
🔉
τυπωτός
🔉
basmalık
🔉
για τύπωμα
🔉
κατάλληλος για εκτύπωση
🔉
basmayazı
🔉
τυπωμένο κείμενο (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱