Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
beceri
🔉
δεξιότητα (η)
🔉
επιδεξιότητα (η)
🔉
ικανότητα (η)
🔉
beceri yitimi
🔉
απώλεια δεξιότητας (η)
🔉
απώλεια ικανότητας (η)
🔉
becerikli
🔉
επιδέξιος
🔉
ικανός
🔉
beceriklilik
🔉
επιδεξιότητα (η)
🔉
ικανότητα (η)
🔉
beceriksiz
🔉
αδέξιος
🔉
ανίκανος
🔉
beceriksizce
🔉
αδέξια
🔉
ανίκανα
🔉
beceriksizleşme
🔉
αποδεξιοποίηση (η)
🔉
εκφυλισμός ικανότητας (ο)
🔉
beceriksizleşmek
🔉
γίνομαι αδέξιος
🔉
καθίσταμαι ανίκανος
🔉
beceriksizlik
🔉
αδεξιότητα (η)
🔉
ανικανότητα (η)
🔉
becerilme
🔉
επιτέλεση (η)
🔉
πραγματοποίηση (η)
🔉
becerilmek
🔉
επιτελούμαι
🔉
πραγματοποιούμαι
🔉
beceriş
🔉
κατόρθωμα (το)
🔉
επιτέλεση (η)
🔉
beceriverme
🔉
γρήγορη επιτέλεση (η)
🔉
άμεση κατόρθωση (η)
🔉
becerivermek
🔉
καταφέρνω αμέσως
🔉
επιτελώ γρήγορα
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱