Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
beden
🔉
σώμα (το)
🔉
κορμί (το)
🔉
beden cezası
🔉
σωματική τιμωρία (η)
🔉
beden dili
🔉
γλώσσα του σώματος (η)
🔉
beden eğitimi
🔉
φυσική αγωγή (η)
🔉
beden işçisi
🔉
εργάτης χειρωνακτικός (ο)
🔉
εργάτης σωματικής εργασίας (ο)
🔉
beden terbiyesi
🔉
σωματική αγωγή (η)
🔉
γυμναστική (η)
🔉
bedence
🔉
σωματικά
🔉
ως προς το σώμα
🔉
bedenci
🔉
γυμναστής (ο)
🔉
bedenen
🔉
σωματικά
🔉
με το σώμα
🔉
bedenî
🔉
σωματικός
🔉
bedenleşme
🔉
ενσάρκωση (η)
🔉
σωματοποίηση (η)
🔉
bedenleşmek
🔉
ενσαρκώνομαι
🔉
σωματοποιούμαι
🔉
bedensel
🔉
σωματικός
🔉
bedensellik
🔉
σωματικότητα (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱