Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
bel
🔉
μέση (η)
🔉
οσφύς (η)
🔉
bel ağrısı
🔉
πόνος στη μέση (ο)
🔉
οσφυαλγία (η)
🔉
bel bağı
🔉
ζώνη (η)
🔉
ζωστήρας (ο)
🔉
bel bel
🔉
κατά μέση
🔉
στη μέση
🔉
bel evladı
🔉
παιδί της μέσης (το)
🔉
bel fıtığı
🔉
κήλη οσφυϊκή (η)
🔉
οσφυοκήλη (η)
🔉
bel kemeri
🔉
ζώνη μέσης (η)
🔉
οσφυϊκή ζώνη (η)
🔉
bel kemiği
🔉
οσφυϊκό οστό (το)
🔉
bel kündesi
🔉
οσφυϊκή λαβή (η)
🔉
bela
🔉
συμφορά (η)
🔉
μπελάς (ο)
🔉
δεινό (το)
🔉
belagat
🔉
ρητορική (η)
🔉
ευγλωττία (η)
🔉
belagatli
🔉
εύγλωττος
🔉
ρητορικός
🔉
belagatsiz
🔉
άνευ ευγλωττίας
🔉
άρρητος
🔉
belahet
🔉
βλακεία (η)
🔉
ανοησία (η)
🔉
belalı
🔉
μπελαλίδικος
🔉
προβληματικός
🔉
επικίνδυνος
🔉
belasız
🔉
χωρίς μπελά
🔉
ακίνδυνος
🔉
belasızlık
🔉
απουσία μπελάδων (η)
🔉
ακινδυνότητα (η)
🔉
belce
🔉
ως προς τη μέση
🔉
στη μέση
🔉
Belçikalı
🔉
Βέλγος (ο)
🔉
Βελγίδα (η)
🔉
belde
🔉
κωμόπολη (η)
🔉
δήμος (ο)
🔉
περιοχή (η)
🔉
beledi
🔉
δημοτικός
🔉
belediye
🔉
δήμος (ο)
🔉
belediye başkanı
🔉
δήμαρχος (ο)
🔉
belediye çavuşu
🔉
δημοτικός κλητήρας (ο)
🔉
belediye encümeni
🔉
δημοτική επιτροπή (η)
🔉
belediye meclisi
🔉
δημοτικό συμβούλιο (το)
🔉
belediye nikâhı
🔉
πολιτικός γάμος (ο)
🔉
belediye polisi
🔉
δημοτική αστυνομία (η)
🔉
belediye reisi
🔉
δήμαρχος (ο)
🔉
belediye sarayı
🔉
δημαρχείο (το)
🔉
belediye teşkilatı
🔉
δημοτική υπηρεσία (η)
🔉
δημοτική οργάνωση (η)
🔉
belediye zabıtası
🔉
δημοτική αστυνομία (η)
🔉
belediyeci
🔉
δημοτικός υπάλληλος (ο)
🔉
αυτοδιοικητικός (ο)
🔉
belediyecilik
🔉
τοπική αυτοδιοίκηση (η)
🔉
δημοτική διοίκηση (η)
🔉
belediyelik
🔉
δημοτικό κτήμα (το)
🔉
δημοτική ιδιοκτησία (η)
🔉
belek
🔉
μπελέκ (ο)
🔉
beleme
🔉
τύλιγμα (το)
🔉
περιτύλιξη (η)
🔉
belemek
🔉
τυλίγω
🔉
περιτυλίγω
🔉
belemir
🔉
μπελεμίρ (ο)
🔉
belen
🔉
ορεινό πέρασμα (το)
🔉
Belen
🔉
Μπελέν (το)
🔉
belenme
🔉
τύλιγμα (το)
🔉
περιτύλιξη (η)
🔉
belenmek
🔉
τυλίγομαι
🔉
περιτυλίγομαι
🔉
belerme
🔉
ωρίμανση (η)
🔉
κιτρίνισμα (το)
🔉
belermek
🔉
ωριμάζω
🔉
κιτρινίζω
🔉
belertme
🔉
ωρίμανση (η)
🔉
κιτρίνισμα (το)
🔉
belertmek
🔉
ωριμάζω
🔉
κιτρινίζω
🔉
beleş
🔉
τζάμπα
🔉
δωρεάν
🔉
beleşçi
🔉
τζαμπατζής (ο)
🔉
beleşçilik
🔉
τζαμπατζιλίκι (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱