Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
belge 🔉  

έγγραφο (το) 🔉  
πιστοποιητικό (το) 🔉  
τεκμήριο (το) 🔉  
belgeç 🔉  

σαρωτής (ο) 🔉  
belgeci 🔉  

τεκμηριωτής (ο) 🔉  
ντοκιμαντερίστας (ο) 🔉  
belgecilik 🔉  

τεκμηρίωση (η) 🔉  
ντοκιμαντερισμός (ο) 🔉  
belgeçleme 🔉  

σάρωση (η) 🔉  
belgeçlemek 🔉  

σαρώνω 🔉  
belgeçletme 🔉  

ανάθεση σάρωσης (η) 🔉  
belgeçletmek 🔉  

αναθέτω σάρωση 🔉  
belgegeçer 🔉  

σαρωτής εγγράφων (ο) 🔉  
belgegeçerleme 🔉  

σάρωση εγγράφων (η) 🔉  
belgegeçerlemek 🔉  

σαρώνω έγγραφα 🔉  
belgegeçerletme 🔉  

ανάθεση σάρωσης εγγράφων (η) 🔉  
belgegeçerletmek 🔉  

αναθέτω σάρωση εγγράφων 🔉  
belgeleme 🔉  

τεκμηρίωση (η) 🔉  
αρχειοθέτηση (η) 🔉  
belgelemek 🔉  

τεκμηριώνω 🔉  
αρχειοθετώ 🔉  
belgelendirebilme 🔉  

δυνατότητα τεκμηρίωσης (η) 🔉  
belgelendirebilmek 🔉  

δύναμαι να τεκμηριώσω 🔉  
belgelendirilebilme 🔉  

δυνατότητα να τεκμηριωθεί (η) 🔉  
belgelendirilebilmek 🔉  

δύναται να τεκμηριωθεί 🔉  
belgelendiriliş 🔉  

τεκμηρίωση (η) 🔉  
belgelendirilme 🔉  

τεκμηρίωση (η) 🔉  
belgelendirilmek 🔉  

τεκμηριώνομαι 🔉  
belgelendiriş 🔉  

τεκμηρίωση (η) 🔉  
belgelendirme 🔉  

τεκμηρίωση (η) 🔉  
belgelendirmek 🔉  

τεκμηριώνω 🔉  
belgelenebilme 🔉  

δυνατότητα τεκμηρίωσης (η) 🔉  
belgelenebilmek 🔉  

δύναται να τεκμηριωθεί 🔉  
belgelenme 🔉  

τεκμηρίωση (η) 🔉  
belgelenmek 🔉  

τεκμηριώνομαι 🔉  
belgeletme 🔉  

ανάθεση τεκμηρίωσης (η) 🔉  
belgeletmek 🔉  

αναθέτω τεκμηρίωση 🔉  
belgeleyebilme 🔉  

δυνατότητα τεκμηρίωσης (η) 🔉  
belgeleyebilmek 🔉  

δύναμαι να τεκμηριώσω 🔉  
belgeleyiverme 🔉  

άμεση τεκμηρίωση (η) 🔉  
belgeleyivermek 🔉  

τεκμηριώνω αμέσως 🔉  
belgeli 🔉  

τεκμηριωμένος 🔉  
με έγγραφα 🔉  
belgelik 🔉  

αρχείο (το) 🔉  
αρχειοθήκη (η) 🔉  
belgelikçi 🔉  

αρχειονόμος (ο) 🔉  
belgelikçilik 🔉  

αρχειονομία (η) 🔉  
belgesel 🔉  

ντοκιμαντέρ (το) 🔉  
τεκμηριωτικός 🔉  
belgesel film 🔉  

ντοκιμαντέρ (το) 🔉  
τεκμηριωτική ταινία (η) 🔉  
belgeselci 🔉  

ντοκιμαντερίστας (ο) 🔉  
belgeselcilik 🔉  

ντοκιμαντερισμός (ο) 🔉  
belgesiz 🔉  

χωρίς έγγραφα 🔉  
ατεκμηρίωτος 🔉  
belgesizlik 🔉  

έλλειψη εγγράφων (η) 🔉  
ατεκμηρίωτο (το) 🔉  
belgevşekliği 🔉  

οσφυϊκή χαλαρότητα (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱