Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
benek
🔉
κηλίδα (η)
🔉
στίγμα (το)
🔉
beneklenebilme
🔉
δυνατότητα να κηλιδωθεί (η)
🔉
beneklenebilmek
🔉
δύναται να κηλιδωθεί
🔉
benekleniverme
🔉
αιφνίδια κηλίδωση (η)
🔉
beneklenivermek
🔉
κηλιδώνομαι ξαφνικά
🔉
beneklenme
🔉
κηλίδωση (η)
🔉
beneklenmek
🔉
κηλιδώνομαι
🔉
benekleşme
🔉
δημιουργία κηλίδων (η)
🔉
benekleşmek
🔉
γεμίζω κηλίδες
🔉
κηλιδώνομαι
🔉
benekli
🔉
κηλιδωτός
🔉
στικτός
🔉
benekli köpek balığı
🔉
κηλιδωτός καρχαρίας (ο)
🔉
beneklilik
🔉
κηλιδωτότητα (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱