Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
benzin 🔉  

βενζίνη (η) 🔉  
benzin göstergesi 🔉  

δείκτης βενζίνης (ο) 🔉  
μετρητής καυσίμου (ο) 🔉  
benzin istasyonu 🔉  

πρατήριο καυσίμων (το) 🔉  
βενζινάδικο (το) 🔉  
benzin pompası 🔉  

αντλία βενζίνης (η) 🔉  
αντλία καυσίμου (η) 🔉  
benzinci 🔉  

βενζινάς (ο) 🔉  
πρατηριούχος (ο) 🔉  
benzincilik 🔉  

εμπορία βενζίνης (η) 🔉  
πρατηριούχηση (η) 🔉  
benzinleme 🔉  

ανεφοδιασμός καυσίμου (ο) 🔉  
ανεφοδιασμός βενζίνης (ο) 🔉  
benzinlemek 🔉  

ανεφοδιάζω με βενζίνη 🔉  
γεμίζω καύσιμο 🔉  
benzinli 🔉  

βενζινοκίνητος 🔉  
με βενζίνη 🔉  
benzinlik 🔉  

δοχείο βενζίνης (το) 🔉  
ρεζερβουάρ (το) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱