Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
biçimsiz 🔉  

άμορφος 🔉  
ασχημάτιστος 🔉  
biçimsizce 🔉  

άμορφα 🔉  
χωρίς μορφή 🔉  
biçimsizleşebilme 🔉  

δυνατότητα να γίνει άμορφος 🔉  
biçimsizleşebilmek 🔉  

μπορώ να γίνει άμορφος 🔉  
biçimsizleşme 🔉  

απομόρφωση (η) 🔉  
biçimsizleşmek 🔉  

γίνομαι άμορφος 🔉  
απομορφώνομαι 🔉  
biçimsizleştirebilme 🔉  

δυνατότητα να κάνω άμορφο 🔉  
biçimsizleştirebilmek 🔉  

μπορώ να κάνω άμορφο 🔉  
biçimsizleştirilme 🔉  

απομόρφωση (η) 🔉  
biçimsizleştirilmek 🔉  

απομορφώνομαι 🔉  
καθίσταμαι άμορφος 🔉  
biçimsizleştirme 🔉  

απομόρφωση (η) 🔉  
biçimsizleştirmek 🔉  

απομορφώνω 🔉  
κάνω άμορφο 🔉  
biçimsizlik 🔉  

αμορφία (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱