Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
bilgi
🔉
γνώση (η)
🔉
πληροφορία (η)
🔉
bilgi çarpıtma
🔉
διαστρέβλωση πληροφοριών (η)
🔉
bilgi işlem
🔉
επεξεργασία δεδομένων (η)
🔉
bilgi kuramı
🔉
θεωρία της γνώσης (η)
🔉
γνωσιολογία (η)
🔉
bilgi şöleni
🔉
συμπόσιο γνώσης (το)
🔉
bilgi teknolojileri
🔉
τεχνολογίες πληροφορίας (οι)
🔉
bilgi toplumu
🔉
κοινωνία της πληροφορίας (η)
🔉
bilgiç
🔉
ξερόλας (ο)
🔉
παντογνώστης (ο)
🔉
bilgice
🔉
ως προς τη γνώση
🔉
γνωσιολογικά
🔉
bilgici
🔉
γνωσιολόγος (ο)
🔉
bilgicilik
🔉
γνωσιολογία (η)
🔉
bilgiçlik
🔉
ξερολισμός (ο)
🔉
bilgilendirebilme
🔉
δυνατότητα να ενημερώσω
🔉
δυνατότητα να πληροφορήσω
🔉
bilgilendirebilmek
🔉
μπορώ να ενημερώσω
🔉
μπορώ να πληροφορήσω
🔉
bilgilendirilebilme
🔉
δυνατότητα να ενημερωθεί
🔉
δυνατότητα να πληροφορηθεί
🔉
bilgilendirilebilmek
🔉
μπορώ να ενημερωθεί
🔉
μπορώ να πληροφορηθεί
🔉
bilgilendirilme
🔉
ενημέρωση (η)
🔉
πληροφόρηση (η)
🔉
bilgilendirilmek
🔉
ενημερώνομαι
🔉
πληροφορούμαι
🔉
bilgilendiriş
🔉
ενημέρωση (η)
🔉
πληροφόρηση (η)
🔉
bilgilendirme
🔉
ενημέρωση (η)
🔉
πληροφόρηση (η)
🔉
bilgilendirmek
🔉
ενημερώνω
🔉
πληροφορώ
🔉
bilgilenebilme
🔉
δυνατότητα να ενημερωθώ
🔉
δυνατότητα να πληροφορηθώ
🔉
bilgilenebilmek
🔉
μπορώ να ενημερωθώ
🔉
μπορώ να πληροφορηθώ
🔉
bilgileniş
🔉
ενημέρωση (η)
🔉
πληροφόρηση (η)
🔉
bilgilenme
🔉
ενημέρωση (η)
🔉
πληροφόρηση (η)
🔉
bilgilenmek
🔉
ενημερώνομαι
🔉
πληροφορούμαι
🔉
bilgileşim
🔉
ανταλλαγή πληροφοριών (η)
🔉
επικοινωνία (η)
🔉
bilgili
🔉
γνώστης
🔉
ενημερωμένος
🔉
bilgilik
🔉
γνώση (η)
🔉
bilgililik
🔉
ενημερότητα (η)
🔉
bilgin
🔉
λόγιος (ο)
🔉
επιστήμονας (ο)
🔉
bilgince
🔉
λογίως
🔉
επιστημονικά
🔉
bilginleşme
🔉
εκλογίκευση (η)
🔉
λόγια καλλιέργεια (η)
🔉
bilginleşmek
🔉
γίνομαι λόγιος
🔉
καλλιεργούμαι
🔉
bilginlik
🔉
λογιοσύνη (η)
🔉
επιστημοσύνη (η)
🔉
bilgisayar
🔉
υπολογιστής (ο)
🔉
bilgisayar ağı
🔉
δίκτυο υπολογιστών (το)
🔉
bilgisayar korsanı
🔉
χάκερ (ο)
🔉
πειρατής υπολογιστών (ο)
🔉
bilgisayar masası
🔉
γραφείο υπολογιστή (το)
🔉
bilgisayarcı
🔉
τεχνικός υπολογιστών (ο)
🔉
πληροφορικός (ο)
🔉
bilgisayarcılık
🔉
τεχνική υπολογιστών (η)
🔉
πληροφορική (η)
🔉
bilgisayarlaşma
🔉
μηχανογράφηση (η)
🔉
υπολογιστικοποίηση (η)
🔉
bilgisayarlaşmak
🔉
μηχανογραφούμαι
🔉
υπολογιστικοποιούμαι
🔉
bilgisayarlı
🔉
με υπολογιστή
🔉
ηλεκτρονικός
🔉
bilgisayarsız
🔉
χωρίς υπολογιστή
🔉
bilgisayarsızlık
🔉
έλλειψη υπολογιστή (η)
🔉
bilgisiz
🔉
αμαθής
🔉
ανίδεος
🔉
bilgisizce
🔉
αμαθώς
🔉
ανίδεα
🔉
bilgisizleşme
🔉
αποβλάκωση (η)
🔉
εκμαυλισμός (ο)
🔉
bilgisizleşmek
🔉
αποβλακώνομαι
🔉
εκμαυλίζομαι
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱