Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
bir
🔉
ένας
🔉
μία
🔉
ένα
🔉
bir ağızdan
🔉
με μία φωνή
🔉
bir alay
🔉
πλήθος (το)
🔉
σωρός (ο)
🔉
bir âlem
🔉
παράξενος τύπος (ο)
🔉
αλλόκοτο πράγμα (το)
🔉
bir an
🔉
μια στιγμή (η)
🔉
bir an evvel
🔉
το συντομότερο δυνατόν
🔉
αμέσως
🔉
bir an önce
🔉
το συντομότερο
🔉
αμέσως
🔉
bir anda
🔉
μονομιάς
🔉
αμέσως
🔉
bir anlamda
🔉
κατά μία έννοια
🔉
bir anlık
🔉
στιγμιαίος
🔉
bir ara
🔉
κάποτε
🔉
ενδιάμεσα
🔉
bir araba
🔉
ένα αυτοκίνητο (το)
🔉
bir arada
🔉
μαζί
🔉
από κοινού
🔉
bir aralık
🔉
για λίγο
🔉
κατά διαστήματα
🔉
bir atımlık
🔉
για μία βολή
🔉
bir avuç
🔉
μια χούφτα (η)
🔉
bir ayak evvel
🔉
λίγο πριν
🔉
bir ayak önce
🔉
λίγο πριν
🔉
bir bakıma
🔉
κατά κάποιον τρόπο
🔉
bir başına
🔉
μόνος
🔉
ολομόναχος
🔉
bir başınalık
🔉
μοναξιά (η)
🔉
bir başkası
🔉
κάποιος άλλος (ο)
🔉
bir bir
🔉
ένας ένας
🔉
bir boy
🔉
ένα μέγεθος (το)
🔉
bir boyda
🔉
στο ίδιο μέγεθος
🔉
bir çenekliler
🔉
μονοκοτυλήδονα (τα)
🔉
bir çenetli
🔉
μονογναθικός
🔉
bir çift
🔉
ένα ζευγάρι (το)
🔉
bir çırpıda
🔉
μονομιάς
🔉
μεμιάς
🔉
bir çuval dolusu
🔉
ένα σακί γεμάτο (το)
🔉
bir daha
🔉
ξανά
🔉
άλλη μια φορά
🔉
bir damla
🔉
μια σταγόνα (η)
🔉
bir defa
🔉
μία φορά
🔉
bir defacık
🔉
μια φορά δα
🔉
bir defada
🔉
με τη μία
🔉
bir defalık
🔉
για μία φορά
🔉
εφάπαξ
🔉
bir derece
🔉
σε κάποιο βαθμό
🔉
bir diğeri
🔉
ο άλλος (ο)
🔉
bir dikişte
🔉
μονορούφι
🔉
bir dirhem
🔉
ένα δράμι (το)
🔉
bir dizi
🔉
μια σειρά (η)
🔉
bir dolu
🔉
ένα σωρό
🔉
bir düzine
🔉
μια ντουζίνα (η)
🔉
bir düziye
🔉
αδιάκοπα
🔉
συνεχώς
🔉
bir elden
🔉
από κοινού
🔉
συντονισμένα
🔉
bir evcikli
🔉
μονοοικιακός
🔉
bir gıdım
🔉
μια σταλιά (η)
🔉
bir gözeli
🔉
ένας όμορφος (ο)
🔉
bir gözeliler
🔉
οι όμορφοι (οι)
🔉
bir gün evvel
🔉
την προηγούμενη μέρα
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱