Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
birey 🔉  

άτομο (το) 🔉  
birey oluş 🔉  

διαμόρφωση ατόμου (η) 🔉  
bireyci 🔉  

ατομικιστής (ο) 🔉  
bireycilik 🔉  

ατομικισμός (ο) 🔉  
bireyleşebilme 🔉  

δυνατότητα εξατομίκευσης (η) 🔉  
bireyleşebilmek 🔉  

μπορώ να εξατομικευθώ 🔉  
bireyleşme 🔉  

εξατομίκευση (η) 🔉  
bireyleştirme 🔉  

εξατομίκευση (η) 🔉  
bireyleştirmek 🔉  

εξατομικεύω 🔉  
bireylik 🔉  

ατομικότητα (η) 🔉  
bireysel 🔉  

ατομικός 🔉  
bireysel emeklilik 🔉  

ατομική συνταξιοδότηση (η) 🔉  
bireyselleşme 🔉  

εξατομίκευση (η) 🔉  
bireyselleşmek 🔉  

εξατομικεύομαι 🔉  
bireyselleştirilme 🔉  

εξατομίκευση (η) 🔉  
bireyselleştirilmek 🔉  

εξατομικεύομαι 🔉  
bireyselleştirme 🔉  

εξατομίκευση (η) 🔉  
bireyselleştirmek 🔉  

εξατομικεύω 🔉  
bireysellik 🔉  

ατομικότητα (η) 🔉  
bireyüstü 🔉  

υπερατομικός 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱