Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
biri
🔉
κάποιος
🔉
ένας (ο)
🔉
biricik
🔉
μοναδικός
🔉
ανεπανάληπτος
🔉
biriciklik
🔉
μοναδικότητα (η)
🔉
birikebilme
🔉
δυνατότητα συσσώρευσης (η)
🔉
birikebilmek
🔉
μπορώ να συσσωρευθώ
🔉
μπορώ να συγκεντρωθώ
🔉
birikim
🔉
συσσώρευση (η)
🔉
αποταμίευση (η)
🔉
κεφάλαιο (το)
🔉
απόθεμα (το)
🔉
birikimci
🔉
αποταμιευτής (ο)
🔉
κεφαλαιοκράτης (ο)
🔉
birikimcilik
🔉
αποταμιευτισμός (ο)
🔉
κεφαλαιοκρατία (η)
🔉
birikinti
🔉
συσσώρευμα (το)
🔉
απόθεση (η)
🔉
κατάλοιπο (το)
🔉
birikinti konisi
🔉
κώνος αποθέσεων (ο)
🔉
birikiş
🔉
συσσώρευση (η)
🔉
birikişme
🔉
συσσώρευση (η)
🔉
συγκέντρωση (η)
🔉
birikişmek
🔉
συσσωρεύομαι
🔉
συγκεντρώνομαι
🔉
birikiverme
🔉
αιφνίδια συσσώρευση (η)
🔉
birikivermek
🔉
συσσωρεύομαι απότομα
🔉
birikme
🔉
συσσώρευση (η)
🔉
συγκέντρωση (η)
🔉
birikme havzası
🔉
λεκάνη απορροής (η)
🔉
λεκάνη συγκέντρωσης (η)
🔉
birikmek
🔉
συσσωρεύομαι
🔉
συγκεντρώνομαι
🔉
biriktirebilme
🔉
δυνατότητα αποταμίευσης (η)
🔉
δυνατότητα συσσώρευσης (η)
🔉
biriktirebilmek
🔉
μπορώ να αποταμιεύσω
🔉
μπορώ να συσσωρεύσω
🔉
biriktirilebilme
🔉
δυνατότητα να αποταμιευθεί (η)
🔉
δυνατότητα να συσσωρευθεί (η)
🔉
biriktirilebilmek
🔉
μπορώ να αποταμιευθώ
🔉
μπορώ να συσσωρευθώ
🔉
biriktirilme
🔉
αποταμίευση (η)
🔉
συσσώρευση (η)
🔉
biriktirilmek
🔉
αποταμιεύομαι
🔉
συσσωρεύομαι
🔉
biriktirim
🔉
συσσώρευση (η)
🔉
αποταμίευση (η)
🔉
biriktiriş
🔉
αποταμίευση (η)
🔉
συσσώρευση (η)
🔉
biriktirme
🔉
αποταμίευση (η)
🔉
συσσώρευση (η)
🔉
biriktirmek
🔉
αποταμιεύω
🔉
συσσωρεύω
🔉
συγκεντρώνω
🔉
birileri
🔉
κάποιοι
🔉
μερικοί
🔉
birim
🔉
μονάδα (η)
🔉
birim tüketimi
🔉
κατανάλωση ανά μονάδα (η)
🔉
birimkare
🔉
τετραγωνική μονάδα (η)
🔉
τετραγωνικό μέτρο (το)
🔉
birimküp
🔉
κυβική μονάδα (η)
🔉
κυβικό μέτρο (το)
🔉
birimler bölüğü
🔉
λόχος μονάδων (ο)
🔉
birincasıf
🔉
πρωτοκλασάτος
🔉
πρώτης τάξεως
🔉
birinci
🔉
πρώτος
🔉
πρωτεύων
🔉
birinci ayak
🔉
πρώτο σκέλος (το)
🔉
Birinci Çağ
🔉
Παλαιοζωικός αιώνας (ο)
🔉
birinci el
🔉
από πρώτο χέρι
🔉
birinci kemancı
🔉
πρώτος βιολιστής (ο)
🔉
κοντσερτίνο (ο)
🔉
birinci kemancılık
🔉
θέση πρώτου βιολιστή (η)
🔉
κοντσερτινία (η)
🔉
birinci mevki
🔉
πρώτη θέση (η)
🔉
πρώτης κατηγορίας
🔉
birinci sınıf
🔉
πρώτης τάξεως
🔉
πρώτης κατηγορίας
🔉
birinci zabit
🔉
πρώτος αξιωματικός (ο)
🔉
birinci zabitlik
🔉
θέση πρώτου αξιωματικού (η)
🔉
birinci zar
🔉
πρώτο ζάρι (το)
🔉
birincil
🔉
πρωτογενής
🔉
πρωτεύων
🔉
birincil enerji
🔉
πρωτογενής ενέργεια (η)
🔉
birincil grup
🔉
πρωτογενής ομάδα (η)
🔉
birincilik
🔉
πρωτιά (η)
🔉
πρώτη θέση (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱