Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
bitiş
🔉
τέλος (το)
🔉
λήξη (η)
🔉
bitişebilme
🔉
δυνατότητα να εφάπτεται (η)
🔉
bitişebilmek
🔉
μπορώ να εφάπτομαι
🔉
μπορώ να γειτνιάζω
🔉
bitişik
🔉
παρακείμενος
🔉
συνεχόμενος
🔉
προσκολλημένος
🔉
bitişik çanak yapraklılar
🔉
συμφυή σεπαλοειδή (τα)
🔉
bitişik kelime
🔉
ενωμένη λέξη (η)
🔉
σύνθετη λέξη (η)
🔉
bitişik taç yapraklılar
🔉
συμφυή πεταλοειδή (τα)
🔉
bitişiklik
🔉
γειτνίαση (η)
🔉
προσκόλληση (η)
🔉
συνάφεια (η)
🔉
bitişimli
🔉
εφαπτόμενος
🔉
γειτονικός
🔉
bitişiş
🔉
επαφή (η)
🔉
εφαπτομένη (η)
🔉
bitişken
🔉
συγκολλητικός
🔉
προσκολλητικός
🔉
bitişken dil
🔉
συγκολλητική γλώσσα (η)
🔉
bitişkenlik
🔉
συγκολλητικότητα (η)
🔉
bitişme
🔉
επαφή (η)
🔉
γειτνίαση (η)
🔉
bitişmek
🔉
εφάπτομαι
🔉
γειτνιάζω
🔉
κολλώ
🔉
bitiştirebilme
🔉
δυνατότητα προσάρτησης (η)
🔉
δυνατότητα συγκόλλησης (η)
🔉
bitiştirebilmek
🔉
μπορώ να προσαρτήσω
🔉
μπορώ να συγκολλήσω
🔉
bitiştirilebilme
🔉
δυνατότητα να προσαρτηθεί (η)
🔉
δυνατότητα να συγκολληθεί (η)
🔉
bitiştirilebilmek
🔉
μπορώ να προσαρτηθώ
🔉
μπορώ να συγκολληθώ
🔉
bitiştiriliş
🔉
προσάρτηση (η)
🔉
συγκόλληση (η)
🔉
bitiştirilme
🔉
προσάρτηση (η)
🔉
συγκόλληση (η)
🔉
bitiştirilmek
🔉
προσαρτώμαι
🔉
συγκολλώμαι
🔉
bitiştiriş
🔉
προσάρτηση (η)
🔉
συγκόλληση (η)
🔉
bitiştiriverme
🔉
αιφνίδια προσάρτηση (η)
🔉
αιφνίδια συγκόλληση (η)
🔉
bitiştirivermek
🔉
προσαρτώ απότομα
🔉
συγκολλώ απότομα
🔉
bitiştirme
🔉
προσάρτηση (η)
🔉
συγκόλληση (η)
🔉
bitiştirmek
🔉
προσαρτώ
🔉
συγκολλώ
🔉
κολλώ
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱