Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
bol 🔉  

άφθονος 🔉  
πλούσιος 🔉  
bol 🔉  

άφθονα 🔉  
πολύ 🔉  
bol bol 🔉  

άφθονα 🔉  
σε αφθονία 🔉  
bol bolamat 🔉  

άφθονο μπόλαματ (το) 🔉  
bol bulamaç 🔉  

αραιός χυλός (ο) 🔉  
bol kepçe 🔉  

με μεγάλη κουτάλα 🔉  
bol kepçeden 🔉  

με μεγάλη κουτάλα 🔉  
bol keseden 🔉  

με το τσουβάλι 🔉  
απλόχερα 🔉  
bol paça 🔉  

φαρδύ μπατζάκι (το) 🔉  
bolalma 🔉  

αύξηση αφθονίας (η) 🔉  
bolalmak 🔉  

αφθονώ 🔉  
πληθαίνω 🔉  
bolarabilme 🔉  

δυνατότητα να γίνει άφθονος (η) 🔉  
bolarabilmek 🔉  

μπορώ να γίνω άφθονος 🔉  
bolarma 🔉  

αύξηση αφθονίας (η) 🔉  
bolarmak 🔉  

γίνομαι άφθονος 🔉  
πληθαίνω 🔉  
bolca 🔉  

άφθονα 🔉  
αρκετά 🔉  
böldürebilme 🔉  

δυνατότητα να διαιρέσει (η) 🔉  
δυνατότητα να χωρίσει (η) 🔉  
böldürebilmek 🔉  

μπορώ να διαιρέσω 🔉  
δύναμαι να χωρίσω 🔉  
böldürme 🔉  

διαίρεση (η) 🔉  
χωρισμός (ο) 🔉  
böldürmek 🔉  

διαιρώ 🔉  
χωρίζω 🔉  
böldürtme 🔉  

ανάθεση διαίρεσης (η) 🔉  
ανάθεση χωρισμού (η) 🔉  
böldürtmek 🔉  

βάζω να διαιρέσουν 🔉  
βάζω να χωρίσουν 🔉  
böldürülme 🔉  

διαίρεση (η) 🔉  
χωρισμός (ο) 🔉  
böldürülmek 🔉  

διαιρούμαι 🔉  
χωρίζομαι 🔉  
böle 🔉  

ψύλλος (ο) 🔉  
bölebilme 🔉  

δυνατότητα να διαιρέσει (η) 🔉  
δυνατότητα να χωρίσει (η) 🔉  
bölebilmek 🔉  

μπορώ να διαιρέσω 🔉  
δύναμαι να χωρίσω 🔉  
bölen 🔉  

διαιρέτης (ο) 🔉  
bolero 🔉  

μπολερό (το) 🔉  
bölge 🔉  

περιοχή (η) 🔉  
ζώνη (η) 🔉  
bölgeci 🔉  

περιφερειολόγος (ο) 🔉  
τοπικιστής (ο) 🔉  
bölgecilik 🔉  

τοπικισμός (ο) 🔉  
περιφερειακισμός (ο) 🔉  
bölgeleme 🔉  

οριοθέτηση περιοχών (η) 🔉  
περιφερειοποίηση (η) 🔉  
bölgelemek 🔉  

οριοθετώ περιοχές 🔉  
περιφερειοποιώ 🔉  
bölgesel 🔉  

περιφερειακός 🔉  
τοπικός 🔉  
bölgesel aşındırma 🔉  

περιφερειακή διάβρωση (η) 🔉  
bölgeselleşme 🔉  

περιφερειοποίηση (η) 🔉  
περιφερειοποίηση/περιφερειοποίηση (η) 🔉  
bölgeselleşmek 🔉  

περιφερειοποιούμαι 🔉  
αποκτώ περιφερειακό χαρακτήρα 🔉  
bölgesellik 🔉  

περιφερειακότητα (η) 🔉  
τοπικότητα (η) 🔉  
boliçe 🔉  

γρι-γρι (το) 🔉  
Bolivyalı 🔉  

Βολιβιανός (ο) 🔉  
Βολιβιανή (η) 🔉  
bollanma 🔉  

αφθονία (η) 🔉  
πλεόνασμα (το) 🔉  
bollanmak 🔉  

αφθονώ 🔉  
πληθαίνω 🔉  
bollaşabilme 🔉  

δυνατότητα να γίνει άφθονος (η) 🔉  
bollaşabilmek 🔉  

μπορώ να γίνω άφθονος 🔉  
bollaşıverme 🔉  

αιφνίδια αφθονία (η) 🔉  
bollaşıvermek 🔉  

γίνομαι άφθονος ξαφνικά 🔉  
bollaşma 🔉  

αφθονία (η) 🔉  
bollaşmak 🔉  

αφθονώ 🔉  
γίνομαι άφθονος 🔉  
bollaştırabilme 🔉  

δυνατότητα αύξησης αφθονίας (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱