Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
boncuk
🔉
χάντρα (η)
🔉
χαντρούλα (η)
🔉
boncuk boncuk
🔉
χαντρούλες (η πληθ.)
🔉
σε χάντρες
🔉
boncuk fasulye
🔉
φασόλι «χάντρα» (το)
🔉
boncuk mavisi
🔉
γαλάζιο της χάντρας
🔉
τιρκουάζ
🔉
boncuk tutkalı
🔉
κόλλα για χάντρες (η)
🔉
boncukçu
🔉
χαντράς (ο)
🔉
κατασκευαστής χαντρών (ο)
🔉
boncukçuluk
🔉
χαντροπωλείο (το)
🔉
χαντροτεχνία (η)
🔉
boncuklanış
🔉
σχηματισμός χαντρών (ο)
🔉
boncuklanma
🔉
χαντροποίηση (η)
🔉
σχηματισμός χαντρών (ο)
🔉
boncuklanmak
🔉
σχηματίζω χάντρες
🔉
γίνομαι χάντρες
🔉
boncuklaşma
🔉
χαντροποίηση (η)
🔉
boncuklaşmak
🔉
χαντροποιούμαι
🔉
γίνομαι σαν χάντρες
🔉
boncuklu
🔉
με χάντρες
🔉
χαντροστόλιστος
🔉
boncukluk
🔉
θήκη χαντρών (η)
🔉
χαντροθήκη (η)
🔉
boncuksuz
🔉
χωρίς χάντρες
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱