Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
boya
🔉
μπογιά (η)
🔉
χρώμα (το)
🔉
βαφή (η)
🔉
boya filmi
🔉
στρώμα βαφής (το)
🔉
φιλμ μπογιάς (το)
🔉
boya fırçası
🔉
πινέλο (το)
🔉
βούρτσα βαφής (η)
🔉
boya kalemi
🔉
μαρκαδόρος (ο)
🔉
μολύβι χρωματιστό (το)
🔉
boya kutusu
🔉
κουτί μπογιάς (το)
🔉
boya tabakası
🔉
στρώμα μπογιάς (το)
🔉
boya tabancası
🔉
πιστόλι βαφής (το)
🔉
Boyabat
🔉
Μπογιαμπάτ (το)
🔉
boyacı
🔉
μπογιατζής (ο)
🔉
βαφέας (ο)
🔉
boyacı küpü
🔉
βαφείο (το)
🔉
κάδος βαφής (ο)
🔉
boyacı sandığı
🔉
κασελάκι μπογιατζή (το)
🔉
boyacılık
🔉
βαφική (η)
🔉
επάγγελμα μπογιατζή (το)
🔉
boyahane
🔉
βαφείο (το)
🔉
boyalama
🔉
βάψιμο (το)
🔉
χρωματισμός (ο)
🔉
boyalamak
🔉
βάφω
🔉
χρωματίζω
🔉
boyalanma
🔉
βάψιμο (το)
🔉
χρωματισμός (ο)
🔉
boyalanmak
🔉
βάφομαι
🔉
χρωματίζομαι
🔉
boyalı
🔉
βαμμένος
🔉
χρωματισμένος
🔉
boyalı basın
🔉
έγχρωμος τύπος (ο)
🔉
boyama
🔉
βάψιμο (το)
🔉
βαφή (η)
🔉
boyama kazanı
🔉
καζάνι βαφής (το)
🔉
boyama kitabı
🔉
βιβλίο ζωγραφικής (το)
🔉
boyamak
🔉
βάφω
🔉
χρωματίζω
🔉
boyana
🔉
βαμμένος
🔉
boyanabilme
🔉
δυνατότητα να βαφτεί (η)
🔉
boyanabilmek
🔉
μπορεί να βαφτεί
🔉
boyanış
🔉
βάψιμο (το)
🔉
boyanıverme
🔉
αιφνίδιο βάψιμο (το)
🔉
boyanıvermek
🔉
βάφομαι αμέσως
🔉
χρωματίζομαι αιφνιδίως
🔉
boyanma
🔉
βάψιμο (το)
🔉
boyanmak
🔉
βάφομαι
🔉
χρωματίζομαι
🔉
boyar
🔉
βαφέας (ο)
🔉
χρωστική ουσία (η)
🔉
boyar madde
🔉
χρωστική ουσία (η)
🔉
boyasız
🔉
άβαφος
🔉
χωρίς μπογιά
🔉
boyasızlık
🔉
έλλειψη βαφής (η)
🔉
boyatabilme
🔉
δυνατότητα να βάλω να βάψουν (η)
🔉
boyatabilmek
🔉
μπορώ να βάλω να βάψουν
🔉
boyatılabilme
🔉
δυνατότητα να βαφτεί (από άλλον) (η)
🔉
boyatılabilmek
🔉
μπορεί να βαφτεί (από άλλον)
🔉
boyatılış
🔉
βάψιμο κατ’ ανάθεση (το)
🔉
boyatılma
🔉
βάψιμο κατ’ ανάθεση (το)
🔉
boyatılmak
🔉
βάφομαι από άλλον
🔉
boyatış
🔉
ανάθεση βαψίματος (η)
🔉
boyatıverme
🔉
άμεση ανάθεση βαψίματος (η)
🔉
boyatıvermek
🔉
βάζω να βάψουν αμέσως
🔉
boyatma
🔉
ανάθεση βαψίματος (η)
🔉
boyatmak
🔉
βάζω να βάψουν
🔉
αναθέτω βάψιμο
🔉
boyattırma
🔉
υπερανάθεση βαψίματος (η)
🔉
boyattırmak
🔉
βάζω να το βάψουν μέσω άλλου
🔉
boyayabilme
🔉
δυνατότητα να βάψω (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱