Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
boz 🔉  

γκρίζος 🔉  
φαιός 🔉  
ξανθογκρίζος 🔉  
boz bulanık 🔉  

θολόγκριζος 🔉  
γκριζοθολός 🔉  
boz madde 🔉  

φαιά ουσία (η) 🔉  
boz yel 🔉  

βοριάς (ο) 🔉  
βόρειος άνεμος (ο) 🔉  
boza 🔉  

μποζάς (ο) 🔉  
bozabilme 🔉  

δυνατότητα να χαλάσει (η) 🔉  
δυνατότητα να αλλοιώσει (η) 🔉  
bozabilmek 🔉  

μπορώ να χαλάσω 🔉  
δύναμαι να αλλοιώσω 🔉  
μπορώ να ακυρώσω 🔉  
bozacı 🔉  

πωλητής μποζά (ο) 🔉  
bozacılık 🔉  

εμπορία μποζά (η) 🔉  
bozahane 🔉  

μποζατζίδικο (το) 🔉  
κατάστημα μποζά (το) 🔉  
bozalık 🔉  

γκριζάδα (η) 🔉  
φαιότητα (η) 🔉  
bozarabilme 🔉  

δυνατότητα να χαλάσει (η) 🔉  
δυνατότητα να διαταράξει (η) 🔉  
bozarabilmek 🔉  

μπορώ να χαλάσω 🔉  
δύναμαι να διαταράξω 🔉  
bozarık 🔉  

γκριζωπός 🔉  
φαιωπός 🔉  
bozarış 🔉  

χάλασμα (το) 🔉  
αλλοίωση (η) 🔉  
bozarma 🔉  

χάλασμα (το) 🔉  
αλλοίωση (η) 🔉  
bozarmak 🔉  

χαλάω 🔉  
αλλοιώνω 🔉  
ακυρώνω 🔉  
bozartma 🔉  

γκριζάρισμα (το) 🔉  
φαιόχρωση (η) 🔉  
bozartmak 🔉  

γκριζάρω 🔉  
κάνω φαιό 🔉  
bozayı 🔉  

γκριζωπός 🔉  
φαιωπός 🔉  
bozbakkal 🔉  

μπακάλης (ο) 🔉  
bozca 🔉  

γκριζωπός 🔉  
φαιωπός 🔉  
Bozcaada 🔉  

Τένεδος (η) 🔉  
bozdoğan 🔉  

ρόπαλο (το) 🔉  
σιδερόροπαλο (το) 🔉  
Bozdoğan 🔉  

Μποζντογάν (το) 🔉  
bozdurabilme 🔉  

δυνατότητα να αλλάξει (η) 🔉  
δυνατότητα να χαλάσει (η) 🔉  
bozdurabilmek 🔉  

μπορώ να αλλάξω (χρήματα) 🔉  
δύναμαι να χαλάσω (χρήματα) 🔉  
bozdurma 🔉  

αλλαγή (χρημάτων) (η) 🔉  
χάλασμα (χρημάτων) (το) 🔉  
bozdurmak 🔉  

αλλάζω (χρήματα) 🔉  
χαλάω (χρήματα) 🔉  
bozdurtma 🔉  

ανάθεση αλλαγής (η) 🔉  
ανάθεση χαλάσματος (η) 🔉  
bozdurtmak 🔉  

βάζω να αλλάξουν (χρήματα) 🔉  
βάζω να χαλάσουν (χρήματα) 🔉  
bozdurulabilme 🔉  

δυνατότητα να αλλαχθεί (η) 🔉  
δυνατότητα να χαλαστεί (η) 🔉  
bozdurulabilmek 🔉  

μπορώ να αλλαχθώ (χρήματα) 🔉  
δύναμαι να χαλαστώ (χρήματα) 🔉  
bozdurulma 🔉  

αλλαγή (χρημάτων) (η) 🔉  
χάλασμα (χρημάτων) (το) 🔉  
bozdurulmak 🔉  

αλλάζομαι (χρήματα) 🔉  
χαλιέμαι (χρήματα) 🔉  
bozduruş 🔉  

αλλαγή (χρημάτων) (η) 🔉  
χάλασμα (χρημάτων) (το) 🔉  
bozgeven 🔉  

γαϊδουράγκαθο (το) 🔉  
bozgun 🔉  

ήττα (η) 🔉  
πανωλεθρία (η) 🔉  
καταστροφή (η) 🔉  
bozguncu 🔉  

υπονομευτής (ο) 🔉  
ταραχοποιός (ο) 🔉  
bozgunculuk 🔉  

υπονόμευση (η) 🔉  
ταραχοποιία (η) 🔉  
bozgunluk 🔉  

κατάσταση ήττας (η) 🔉  
αποδιοργάνωση (η) 🔉  
bozkır 🔉  

στέπα (η) 🔉  
Bozkır 🔉  

Μποζκίρ (το) 🔉  
bozkır kedisi 🔉  

αγριόγατα της στέπας (η) 🔉  
bozkır koyunu 🔉  

πρόβατο της στέπας (το) 🔉  
bozkır tavuğu 🔉  

ωτίδα (η) 🔉  
bozkırlaşma 🔉  

ερημοποίηση (η) 🔉  
μετατροπή σε στέπα (η) 🔉  
bozkırlaşmak 🔉  

ερημοποιούμαι 🔉  
μετατρέπομαι σε στέπα 🔉  
bozkırlı 🔉  

της στέπας 🔉  
στεπικός 🔉  
bozkurt 🔉  

γκρίζος λύκος (ο) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱