Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
bürün
🔉
κάλυμμα (το)
🔉
περιτύλιγμα (το)
🔉
burun
🔉
μύτη (η)
🔉
ρύγχος (το)
🔉
burun boşlukları
🔉
ρινικές κοιλότητες (οι)
🔉
burun buruna
🔉
πρόσωπο με πρόσωπο
🔉
μύτη με μύτη
🔉
burun deliği
🔉
ρουθούνι (το)
🔉
ρινικό άνοιγμα (το)
🔉
burun direği
🔉
ρινικό διάφραγμα (το)
🔉
ρινική ράχη (η)
🔉
burun kanadı
🔉
πτέρυγα της μύτης (η)
🔉
burun otu
🔉
ρινόχορτο (το)
🔉
burun perdesi
🔉
ρινικό διάφραγμα (το)
🔉
Burundili
🔉
Μπουρουντίλι (το)
🔉
büründürme
🔉
περιτύλιξη (η)
🔉
κάλυψη (η)
🔉
büründürmek
🔉
περιτυλίγω
🔉
καλύπτω
🔉
burunduruk
🔉
χαλινάρι (το)
🔉
καπίστρι (το)
🔉
bürünebilme
🔉
δυνατότητα να ντυθεί (η)
🔉
δυνατότητα να καλυφθεί (η)
🔉
bürünebilmek
🔉
μπορώ να ντυθώ
🔉
μπορώ να καλυφθώ
🔉
burunlama
🔉
οσφρησία (η)
🔉
μύρισμα (το)
🔉
burunlamak
🔉
μυρίζω
🔉
οσφραίνομαι
🔉
burunlatma
🔉
κάνω να μυρίσει (το)
🔉
πρόκληση οσφρησίας (η)
🔉
burunlatmak
🔉
βάζω να μυρίσει
🔉
burunlu
🔉
μυταράς (ο)
🔉
με μύτη
🔉
burunluk
🔉
ρινικό κάλυμμα (το)
🔉
επιστόμιο (το)
🔉
bürünme
🔉
ένδυση (η)
🔉
κάλυψη (η)
🔉
bürünmek
🔉
ντύνομαι
🔉
καλύπτομαι
🔉
burunsak
🔉
ρινικός
🔉
ρινοειδής
🔉
burunsalık
🔉
ρινικότητα (η)
🔉
buruntu
🔉
ανησυχία (η)
🔉
έγνοια (η)
🔉
bürünüş
🔉
ένδυση (η)
🔉
εμφάνιση (η)
🔉
bürünüverme
🔉
ξαφνική ένδυση (η)
🔉
απότομη κάλυψη (η)
🔉
bürünüvermek
🔉
ντύνομαι μονομιάς
🔉
καλύπτομαι μονομιάς
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱