Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
caka 🔉  

πόζα (η) 🔉  
επίδειξη (η) 🔉  
çakabilme 🔉  

δυνατότητα να καρφώσει (η) 🔉  
çakabilmek 🔉  

μπορώ να καρφώσω 🔉  
μπορώ να χτυπήσω 🔉  
cakacı 🔉  

επιδειξίας (ο) 🔉  
cakacılık 🔉  

επιδειξιομανία (η) 🔉  
çakal 🔉  

τσακάλι (το) 🔉  
çakal armudu 🔉  

αγριοαχλάδι (το) 🔉  
çakal eriği 🔉  

αγριοδαμάσκηνο (το) 🔉  
çakal yağmuru 🔉  

ψιλόβροχο (το) 🔉  
cakalanma 🔉  

επίδειξη (η) 🔉  
cakalanmak 🔉  

κάνω επίδειξη 🔉  
ποζάρω 🔉  
çakalboğan 🔉  

τσακαλοπνίχτης (ο) 🔉  
cakalı 🔉  

επιδεικτικός 🔉  
ποζάτος 🔉  
çakaloz 🔉  

τσακαλόψαρο (το) 🔉  
çakar 🔉  

φάρος (ο) 🔉  
φλας (το) 🔉  
αναλάμπον φως (το) 🔉  
çakaralmaz 🔉  

αμέσως 🔉  
στο άψε-σβήσε 🔉  
cakasız 🔉  

ανεπιτήδευτος 🔉  
χωρίς επίδειξη 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱