Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
cesaret
🔉
θάρρος (το)
🔉
ανδρεία (η)
🔉
cesaretlendirebilme
🔉
δυνατότητα ενθάρρυνσης (η)
🔉
δυνατότητα εμψύχωσης (η)
🔉
cesaretlendirebilmek
🔉
μπορώ να ενθαρρύνω
🔉
μπορώ να εμψυχώσω
🔉
cesaretlendirilme
🔉
ενθάρρυνση (η)
🔉
εμψύχωση (η)
🔉
cesaretlendirilmek
🔉
ενθαρρύνομαι
🔉
εμψυχώνομαι
🔉
cesaretlendirme
🔉
ενθάρρυνση (η)
🔉
εμψύχωση (η)
🔉
cesaretlendirmek
🔉
ενθαρρύνω
🔉
εμψυχώνω
🔉
cesaretlenme
🔉
θάρρεμα (το)
🔉
απόκτηση θάρρους (η)
🔉
cesaretlenmek
🔉
θαρρεύω
🔉
παίρνω θάρρος
🔉
cesaretli
🔉
θαρραλέος
🔉
γενναίος
🔉
cesaretlilik
🔉
θαρραλεότητα (η)
🔉
γενναιότητα (η)
🔉
cesaretsiz
🔉
άτολμος
🔉
δειλός
🔉
cesaretsizce
🔉
άτολμα
🔉
δειλά
🔉
cesaretsizlik
🔉
ατολμία (η)
🔉
δειλία (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱