Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
cila
🔉
γυάλισμα (το)
🔉
βερνίκι (το)
🔉
στιλβωτικό (το)
🔉
cila topu
🔉
μπάλα γυαλίσματος (η)
🔉
cila yağı
🔉
λάδι γυαλίσματος (το)
🔉
cilacı
🔉
γυαλιστής (ο)
🔉
βερνικωτής (ο)
🔉
cilacılık
🔉
γυαλιστική (η)
🔉
βερνικωτική (η)
🔉
cilalama
🔉
γυάλισμα (το)
🔉
βερνίκωμα (το)
🔉
cilalamak
🔉
γυαλίζω
🔉
βερνικώνω
🔉
cilalanma
🔉
γυάλισμα (το)
🔉
βερνίκωμα (το)
🔉
cilalanmak
🔉
γυαλίζομαι
🔉
βερνικώνομαι
🔉
cilalatılma
🔉
γυάλισμα κατ’ ανάθεση (το)
🔉
βερνίκωμα κατ’ ανάθεση (το)
🔉
cilalatılmak
🔉
γυαλίζομαι (από άλλον)
🔉
βερνικώνομαι (από άλλον)
🔉
cilalatma
🔉
ανάθεση γυαλίσματος (η)
🔉
ανάθεση βερνικώματος (η)
🔉
cilalatmak
🔉
βάζω να γυαλίσουν
🔉
βάζω να βερνικώσουν
🔉
cilalayabilme
🔉
δυνατότητα γυαλίσματος (η)
🔉
δυνατότητα βερνικώματος (η)
🔉
cilalayabilmek
🔉
μπορώ να γυαλίσω
🔉
μπορώ να βερνικώσω
🔉
cilalı
🔉
γυαλισμένος
🔉
βερνικωμένος
🔉
στιλπνός
🔉
Cilalı Taş Devri
🔉
Νεολιθική Εποχή (η)
🔉
cilasız
🔉
άγυαλος
🔉
αβερνίκωτος
🔉
θαμπός
🔉
cilasızlık
🔉
έλλειψη γυαλίσματος (η)
🔉
θαμπάδα (η)
🔉
cilasun
🔉
κιλασούν (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱