Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
döşeme 🔉  

δάπεδο (το) 🔉  
δαπέδωση (η) 🔉  
επίστρωση (η) 🔉  
επένδυση (η) 🔉  
Döşemealtı 🔉  

Ντοσέμεαλτι (το) 🔉  
döşemeci 🔉  

δαπεδωτής (ο) 🔉  
στρωτήρας (ο) 🔉  
döşemeci çivisi 🔉  

καρφί δαπεδωτή (το) 🔉  
döşemecilik 🔉  

δαπεδοποιία (η) 🔉  
επάγγελμα δαπεδωτή (το) 🔉  
döşemek 🔉  

στρώνω 🔉  
δαπεδώνω 🔉  
επενδύω 🔉  
döşemeli 🔉  

στρωμένος 🔉  
δαπεδωμένος 🔉  
επενδεδυμένος 🔉  
döşemelik 🔉  

για δάπεδο 🔉  
υλικό δαπέδωσης (το) 🔉  
υλικό επένδυσης (το) 🔉  
döşemesiz 🔉  

χωρίς δάπεδο 🔉  
χωρίς επένδυση 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱