Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
düğüm 🔉  

κόμπος (ο) 🔉  
düğüm düğüm 🔉  

κομπιασμένος 🔉  
γεμάτος κόμπους 🔉  
düğüm noktası 🔉  

κομβικό σημείο (το) 🔉  
düğümcük 🔉  

κομπάκι (το) 🔉  
μικρός κόμπος (ο) 🔉  
düğümleme 🔉  

δέσιμο κόμπου (το) 🔉  
κομποδέσιμο (το) 🔉  
düğümlemek 🔉  

δένω κόμπο 🔉  
κομποδένω 🔉  
düğümlenme 🔉  

δέσιμο σε κόμπο (το) 🔉  
düğümlenmek 🔉  

δένομαι σε κόμπο 🔉  
κομπιάζω 🔉  
düğümleyebilme 🔉  

δυνατότητα δεσίματος κόμπου (η) 🔉  
düğümleyebilmek 🔉  

μπορώ να δέσω κόμπο 🔉  
düğümlü 🔉  

με κόμπους 🔉  
κομπιασμένος 🔉  
düğümsüz 🔉  

χωρίς κόμπους 🔉  
λείος 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱