Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
dümen 🔉  

τιμόνι (το) 🔉  
πηδάλιο (το) 🔉  
μηχανορραφία (η) 🔉  
dümen bedeni 🔉  

σώμα πηδαλίου (το) 🔉  
dümen boğazı 🔉  

λαιμός πηδαλίου (ο) 🔉  
dümen neferi 🔉  

ναύτης πηδαλίου (ο) 🔉  
dümen suyu 🔉  

απόνερα (τα) 🔉  
dümen yelpazesi 🔉  

πτερύγιο πηδαλίου (το) 🔉  
dümenci 🔉  

τιμονιέρης (ο) 🔉  
μηχανορράφος (ο) 🔉  
dümencilik 🔉  

τιμονιέρα (η) 🔉  
μηχανορραφία (η) 🔉  
dümenden 🔉  

από το τιμόνι 🔉  
εκ των έσω 🔉  
dümenevi 🔉  

τιμονιέρα (η) 🔉  
dümeni eğri 🔉  

στραβοτιμονιά (η) 🔉  
ύποπτος 🔉  
dümensiz 🔉  

χωρίς τιμόνι 🔉  
ακυβέρνητος 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱