Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
düz
🔉
ίσιος
🔉
επίπεδος
🔉
απλός
🔉
πεζός
🔉
düz baskı
🔉
επίπεδη εκτύπωση (η)
🔉
λιθογραφία (η)
🔉
düz baskıcı
🔉
λιθογράφος (ο)
🔉
düz baskıcılık
🔉
λιθογραφία (η)
🔉
düz flüt
🔉
φλάουτο (το)
🔉
düz hekim
🔉
γενικός ιατρός (ο)
🔉
düz hekimlik
🔉
γενική ιατρική (η)
🔉
düz kanatlılar
🔉
ορθόπτερα (τα)
🔉
düz paça
🔉
ίσιο ρεβέρ (το)
🔉
ίσιο μπατζάκι (το)
🔉
düz paçalı
🔉
με ίσιο μπατζάκι
🔉
düz rakı
🔉
ρακί σκέτο (το)
🔉
düz tümleç
🔉
άμεσο αντικείμενο (το)
🔉
düz ünlü
🔉
άτονο φωνήεν (το)
🔉
düzayak
🔉
με ίσια πατούσα
🔉
πλατυποδικός
🔉
düzce
🔉
αρκετά ίσια
🔉
κάπως ίσια
🔉
Düzce
🔉
Δούζτζε (το)
🔉
Düzceli
🔉
από το Δούζτζε
🔉
Düzcelilik
🔉
ιδιότητα του κατοίκου του Δούζτζε (η)
🔉
düzdürme
🔉
ίσιωμα (το)
🔉
ευθυγράμμιση (η)
🔉
düzdürmek
🔉
ισιώνω
🔉
ευθυγραμμίζω
🔉
düze
🔉
πεδιάδα (η)
🔉
ίσιωμα (το)
🔉
düzebilme
🔉
δυνατότητα τακτοποίησης (η)
🔉
δυνατότητα διευθέτησης (η)
🔉
düzebilmek
🔉
μπορώ να τακτοποιήσω
🔉
μπορώ να διευθετήσω
🔉
düzeç
🔉
ισοπεδωτής (ο)
🔉
οδοστρωτήρας (ο)
🔉
düzeçleme
🔉
ισοπέδωση (η)
🔉
οδοστρωσία (η)
🔉
düzelebilme
🔉
δυνατότητα να ισιώσει (η)
🔉
δυνατότητα να εξομαλυνθεί (η)
🔉
düzelebilmek
🔉
μπορώ να ισιώσω
🔉
μπορώ να εξομαλυνθώ
🔉
düzeliş
🔉
εξομάλυνση (η)
🔉
ίσιωμα (το)
🔉
düzelme
🔉
διόρθωση (η)
🔉
βελτίωση (η)
🔉
εξομάλυνση (η)
🔉
düzelmek
🔉
διορθώνομαι
🔉
βελτιώνομαι
🔉
εξομαλύνομαι
🔉
düzeltebilme
🔉
δυνατότητα διόρθωσης (η)
🔉
düzeltebilmek
🔉
μπορώ να διορθώσω
🔉
μπορώ να βελτιώσω
🔉
düzelti
🔉
διόρθωση (η)
🔉
επανόρθωση (η)
🔉
düzeltici
🔉
διορθωτικός
🔉
επανορθωτικός
🔉
düzeltici jimnastik
🔉
διορθωτική γυμναστική (η)
🔉
düzelticilik
🔉
διορθωτισμός (ο)
🔉
düzeltilebilme
🔉
δυνατότητα διόρθωσης (η)
🔉
düzeltilebilmek
🔉
μπορώ να διορθωθεί
🔉
είναι διορθώσιμο
🔉
düzeltilme
🔉
διόρθωση (η)
🔉
düzeltilmek
🔉
διορθώνομαι
🔉
düzeltim
🔉
διόρθωση (η)
🔉
επεξεργασία (η)
🔉
düzeltiş
🔉
διόρθωση (η)
🔉
τρόπος διόρθωσης (ο)
🔉
düzeltme
🔉
διόρθωση (η)
🔉
επανόρθωση (η)
🔉
düzeltme işareti
🔉
σημάδι διόρθωσης (το)
🔉
διορθωτικό σύμβολο (το)
🔉
düzeltmeci
🔉
διορθωτής (ο)
🔉
düzeltmecilik
🔉
επάγγελμα διορθωτή (το)
🔉
διορθωτική εργασία (η)
🔉
düzeltmek
🔉
διορθώνω
🔉
επανορθώνω
🔉
βελτιώνω
🔉
düzeltmen
🔉
διορθωτής (ο)
🔉
düzelttirme
🔉
ανάθεση διόρθωσης (η)
🔉
düzelttirmek
🔉
βάζω να διορθώσει
🔉
αναθέτω να διορθώσει
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱