Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
düzen
🔉
τάξη (η)
🔉
διάταξη (η)
🔉
οργάνωση (η)
🔉
κανονισμός (ο)
🔉
düzen açıklaması
🔉
περιγραφή διάταξης (η)
🔉
επεξήγηση διάταξης (η)
🔉
düzen bağı
🔉
δεσμός τάξης (ο)
🔉
düzen teker
🔉
οδοντωτός τροχός (ο)
🔉
düzenbaz
🔉
ραδιούργος (ο)
🔉
μηχανορράφος (ο)
🔉
düzenbazlık
🔉
ραδιουργία (η)
🔉
μηχανορραφία (η)
🔉
düzence
🔉
κατά τάξη
🔉
με τάξη
🔉
düzenci
🔉
ραδιούργος (ο)
🔉
μηχανορράφος (ο)
🔉
düzencilik
🔉
ραδιουργία (η)
🔉
μηχανορραφία (η)
🔉
düzenek
🔉
μηχανισμός (ο)
🔉
διάταξη (η)
🔉
düzenleme
🔉
ρύθμιση (η)
🔉
οργάνωση (η)
🔉
επιμέλεια (η)
🔉
διασκευή (η)
🔉
düzenlemeci
🔉
επιμελητής (ο)
🔉
ρυθμιστής (ο)
🔉
düzenlemecilik
🔉
επιμέλεια (η)
🔉
ρυθμιστική εργασία (η)
🔉
düzenlemek
🔉
ρυθμίζω
🔉
οργανώνω
🔉
επιμελούμαι
🔉
διασκευάζω
🔉
düzenlenebilme
🔉
δυνατότητα ρύθμισης (η)
🔉
δυνατότητα οργάνωσης (η)
🔉
düzenlenebilmek
🔉
μπορώ να ρυθμιστώ
🔉
μπορώ να οργανωθώ
🔉
düzenleniş
🔉
οργάνωση (η)
🔉
ρύθμιση (η)
🔉
τρόπος οργάνωσης (ο)
🔉
düzenlenme
🔉
ρύθμιση (η)
🔉
οργάνωση (η)
🔉
düzenlenmek
🔉
ρυθμίζομαι
🔉
οργανώνομαι
🔉
düzenleşik
🔉
τακτοποιημένος
🔉
οργανωμένος
🔉
düzenleşim
🔉
οργάνωση (η)
🔉
διάταξη (η)
🔉
düzenletebilme
🔉
δυνατότητα να αναθέσει ρύθμιση (η)
🔉
düzenletebilmek
🔉
μπορώ να βάλω να ρυθμίσει
🔉
μπορώ να αναθέσω οργάνωση
🔉
düzenletme
🔉
ανάθεση ρύθμισης (η)
🔉
ανάθεση οργάνωσης (η)
🔉
düzenletmek
🔉
βάζω να ρυθμίσει
🔉
αναθέτω να οργανώσει
🔉
düzenlettirme
🔉
ανάθεση ανάθεσης ρύθμισης (η)
🔉
düzenlettirmek
🔉
βάζω να αναθέσει να ρυθμίσουν
🔉
düzenleyebilme
🔉
δυνατότητα ρύθμισης (η)
🔉
δυνατότητα οργάνωσης (η)
🔉
düzenleyebilmek
🔉
μπορώ να ρυθμίσω
🔉
μπορώ να οργανώσω
🔉
düzenleyici
🔉
ρυθμιστικός
🔉
οργανωτικός
🔉
ρυθμιστής (ο)
🔉
düzenleyicilik
🔉
ρυθμιστική λειτουργία (η)
🔉
ρυθμισμός (ο)
🔉
düzenleyim
🔉
ρύθμιση (η)
🔉
οργάνωση (η)
🔉
düzenleyiş
🔉
ρύθμιση (η)
🔉
τρόπος ρύθμισης (ο)
🔉
düzenli
🔉
τακτικός
🔉
οργανωμένος
🔉
εύτακτος
🔉
düzenli ordu
🔉
τακτικός στρατός (ο)
🔉
düzenlilik
🔉
τακτικότητα (η)
🔉
ευταξία (η)
🔉
düzensiz
🔉
άτακτος
🔉
ανοργάνωτος
🔉
düzensizlik
🔉
αταξία (η)
🔉
ανοργανωσιά (η)
🔉
düzenti
🔉
μηχανορραφία (η)
🔉
ραδιουργία (η)
🔉
düzentileme
🔉
μηχανορραφία (η)
🔉
ραδιουργία (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱