Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
dal
🔉
κλαδί (το)
🔉
κλάδος (ο)
🔉
dalabilme
🔉
δυνατότητα κατάδυσης (η)
🔉
δυνατότητα βύθισης (η)
🔉
dalabilmek
🔉
δύναμαι να βουτήξω
🔉
δύναμαι να καταδυθώ
🔉
dalak
🔉
σπλήνα (η)
🔉
dalak otu
🔉
σπληνόχορτο (το)
🔉
dalalet
🔉
πλάνη (η)
🔉
παραπλάνηση (η)
🔉
dalama
🔉
βούτηγμα (το)
🔉
κατάδυση (η)
🔉
dalamak
🔉
βουτώ
🔉
καταδύομαι
🔉
Dalaman
🔉
Νταλαμάν (τοπ.)
🔉
dalan
🔉
κλαδωτός
🔉
διακλαδιζόμενος
🔉
dalancı
🔉
απατεώνας (ο)
🔉
ψεύτης (ο)
🔉
dalancılık
🔉
απάτη (η)
🔉
ψευδολογία (η)
🔉
dalanış
🔉
βούτηγμα (το)
🔉
κατάδυση (η)
🔉
dalanma
🔉
βούτηγμα (το)
🔉
κατάδυση (η)
🔉
dalanmak
🔉
βουτώ
🔉
καταδύομαι
🔉
dalaş
🔉
καβγάς (ο)
🔉
φιλονικία (η)
🔉
dalaşabilme
🔉
δυνατότητα καβγά (η)
🔉
δυνατότητα φιλονικίας (η)
🔉
dalaşabilmek
🔉
δύναμαι να καβγαδίσω
🔉
δύναμαι να φιλονικήσω
🔉
dalaşkan
🔉
καβγατζής
🔉
dalaşma
🔉
καβγάς (ο)
🔉
φιλονικία (η)
🔉
dalaşmak
🔉
καβγαδίζω
🔉
φιλονικώ
🔉
dalaştırma
🔉
πρόκληση καβγά (η)
🔉
dalaştırmak
🔉
βάζω να καβγαδίσουν
🔉
προκαλώ καβγά
🔉
dalavere
🔉
κομπίνα (η)
🔉
μηχανορραφία (η)
🔉
dalavereci
🔉
κομπιναδόρος (ο)
🔉
μηχανορράφος (ο)
🔉
dalaverecilik
🔉
κομπίνα (η)
🔉
κομπιναδορία (η)
🔉
dalay lama
🔉
λάμα νταλάι (ο)
🔉
dalayış
🔉
βούτηγμα (το)
🔉
κατάδυση (η)
🔉
dalbastı
🔉
αιφνιδιαστική έφοδος (η)
🔉
dalcık
🔉
κλαδάκι (το)
🔉
daldalanma
🔉
διακλάδωση (η)
🔉
daldalanmak
🔉
διακλαδίζομαι
🔉
daldan dala
🔉
από κλαδί σε κλαδί
🔉
από θέμα σε θέμα
🔉
daldırabilme
🔉
δυνατότητα εμβάπτισης (η)
🔉
δυνατότητα βύθισης (η)
🔉
daldırabilmek
🔉
δύναμαι να βυθίσω
🔉
δύναμαι να εμβαπτίσω
🔉
daldırılabilme
🔉
δυνατότητα να εμβαπτισθεί (η)
🔉
δυνατότητα να βυθισθεί (η)
🔉
daldırılabilmek
🔉
δύναμαι να εμβαπτισθώ
🔉
δύναμαι να βυθισθώ
🔉
daldırılış
🔉
εμβάπτιση (η)
🔉
βύθιση (η)
🔉
daldırılma
🔉
εμβάπτιση (η)
🔉
βύθιση (η)
🔉
daldırılmak
🔉
εμβαπτίζομαι
🔉
βυθίζομαι
🔉
daldırış
🔉
εμβάπτιση (η)
🔉
βύθιση (η)
🔉
daldırıverme
🔉
άμεση εμβάπτιση (η)
🔉
άμεση βύθιση (η)
🔉
daldırıvermek
🔉
εμβαπτίζω αμέσως
🔉
βυθίζω αμέσως
🔉
daldırma
🔉
εμβάπτιση (η)
🔉
βύθιση (η)
🔉
daldırma çay
🔉
τσάι εμβάπτισης (το)
🔉
daldırmak
🔉
εμβαπτίζω
🔉
βυθίζω
🔉
daldırtma
🔉
ανάθεση εμβάπτισης (η)
🔉
ανάθεση βύθισης (η)
🔉
daldırtmak
🔉
αναθέτω να εμβαπτίσουν
🔉
αναθέτω να βυθίσουν
🔉
daldız
🔉
δαλδίζ (το)
🔉
dalfes
🔉
δαλφές (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱