Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
dam 🔉  

στέγη (η) 🔉  
δώμα (το) 🔉  
dam aktarma 🔉  

μεταγγίση (η) 🔉  
dam altı 🔉  

υπόστεγο (το) 🔉  
dam koruğu 🔉  

αμπελοφάσουλο (το) 🔉  
dam koruğugiller 🔉  

αμπελοφασουλίδες (οι) 🔉  
dama 🔉  

ντάμα (η) 🔉  
dama tahtası 🔉  

σκακιέρα ντάμας (η) 🔉  
ταμπλό ντάμας (το) 🔉  
dama taşı 🔉  

πιόνι ντάμας (το) 🔉  
damacana 🔉  

νταμιτζάνα (η) 🔉  
γυάλινη νταμιτζάνα (η) 🔉  
damacı 🔉  

σκεπαστής (ο) 🔉  
τεχνίτης στέγης (ο) 🔉  
damak 🔉  

ουρανίσκος (ο) 🔉  
γούστο (το) 🔉  
damak eteği 🔉  

μαλακή υπερώα (η) 🔉  
damak tadı 🔉  

γευστική προτίμηση (η) 🔉  
γούστο (το) 🔉  
damak ünsüzü 🔉  

υπερωικό σύμφωνο (το) 🔉  
damaklı 🔉  

με ουρανίσκο 🔉  
με γούστο 🔉  
damaklı diş 🔉  

υπερώιο δόντι (το) 🔉  
damaksı 🔉  

υπερωικός 🔉  
damaksıl 🔉  

υπερωικός 🔉  
damaksıllaşma 🔉  

υπερωοποίηση (η) 🔉  
damaksıllaşmak 🔉  

υπερωοποιούμαι 🔉  
damaksıllaştırma 🔉  

υπερωοποίηση (η) 🔉  
damaksıllaştırmak 🔉  

υπερωοποιώ 🔉  
damaksız 🔉  

άυπερος 🔉  
Damal 🔉  

Νταμάλ (τοπωνύμιο) (το) 🔉  
damalı 🔉  

καρό 🔉  
με καρό σχέδιο 🔉  
damar 🔉  

φλέβα (η) 🔉  
αγγείο (το) 🔉  
νεύρο (το) 🔉  
ίνα (η) 🔉  
ραβδώσεις (οι) 🔉  
damar aktarma 🔉  

μεταμόσχευση αγγείου (η) 🔉  
αγγειακή παράκαμψη (η) 🔉  
damar damar 🔉  

με φλέβες 🔉  
ραβδωτός 🔉  
damar görüntüleme 🔉  

αγγειοαπεικόνιση (η) 🔉  
damar sertliği 🔉  

αρτηριοσκλήρυνση (η) 🔉  
damar tabaka 🔉  

αγγειακός χιτώνας (ο) 🔉  
damar tıkanıklığı 🔉  

αγγειακή απόφραξη (η) 🔉  
απόφραξη αγγείου (η) 🔉  
damarcık 🔉  

φλεβίδιο (το) 🔉  
μικρό αγγείο (το) 🔉  
damardaraltan 🔉  

αγγειοσυσπαστικός 🔉  
damargenişleten 🔉  

αγγειοδιασταλτικός 🔉  
damarı bozuk 🔉  

με κακή κυκλοφορία 🔉  
αγγειοπαθής 🔉  
damarlandırma 🔉  

αγγείωση (η) 🔉  
damarlanma 🔉  

αγγείωση (η) 🔉  
damarlanmak 🔉  

αγγειώνεται 🔉  
damarlı 🔉  

με φλέβες 🔉  
ραβδωτός 🔉  
αγγειωμένος 🔉  
damarsız 🔉  

άνευ φλεβών 🔉  
άαγγειος 🔉  
damarsızlık 🔉  

έλλειψη αγγείων (η) 🔉  
αγγειοαπουσία (η) 🔉  
damasko 🔉  

δαμασκηνό (το) 🔉  
δαμασκηνό ύφασμα (το) 🔉  
damat 🔉  

γαμπρός (ο) 🔉  
νυμφίος (ο) 🔉  
damatlık 🔉  

γαμπριάτικο κοστούμι (το) 🔉  
γαμπριάτικη φορεσιά (η) 🔉  
damdazlak 🔉  

τελείως φαλακρός 🔉  
γουλί 🔉  
damga 🔉  

σφραγίδα (η) 🔉  
στίγμα (το) 🔉  
σημάδι (το) 🔉  
χαραγμένο έμβλημα (το) 🔉  
damga harcı 🔉  

τέλος χαρτοσήμου (το) 🔉  
damga pulu 🔉  

χαρτόσημο (το) 🔉  
damga vergisi 🔉  

φόρος χαρτοσήμου (ο) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱