Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
dans
🔉
χορός (ο)
🔉
ντανς (το)
🔉
dans salonu
🔉
αίθουσα χορού (η)
🔉
dansçı
🔉
χορευτής (ο)
🔉
χορεύτρια (η)
🔉
dansçılık
🔉
χορευτική (η)
🔉
επάγγελμα χορευτή (το)
🔉
dansimetre
🔉
πυκνόμετρο (το)
🔉
dansite
🔉
πυκνότητα (η)
🔉
danslı
🔉
με χορό
🔉
χορευτικός
🔉
dansör
🔉
χορευτής (ο)
🔉
dansörlük
🔉
επάγγελμα χορευτή (το)
🔉
dansöz
🔉
χορεύτρια της κοιλιάς (η)
🔉
οριεντάλ χορεύτρια (η)
🔉
dansözlük
🔉
οριεντάλ χορός (ο)
🔉
επάγγελμα οριεντάλ χορεύτριας (το)
🔉
danssız
🔉
χωρίς χορό
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱