Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
dar 🔉  

στενός 🔉  
περιορισμένος 🔉  
ισχνός 🔉  
dar açı 🔉  

οξεία γωνία (η) 🔉  
dar aralık 🔉  

στενό διάστημα (το) 🔉  
μικρό κενό (το) 🔉  
dar boğaz 🔉  

αδιέξοδο (το) 🔉  
στενωπός (η) 🔉  
dar darına 🔉  

πολύ στενά 🔉  
dar gelirli 🔉  

χαμηλού εισοδήματος 🔉  
dar gelirlilik 🔉  

χαμηλό εισόδημα (το) 🔉  
κατάσταση χαμηλού εισοδήματος (η) 🔉  
dar görüşlü 🔉  

στενόμυαλος 🔉  
περιορισμένων αντιλήψεων 🔉  
dar görüşlülük 🔉  

στενοκεφαλιά (η) 🔉  
στενομέρεια (η) 🔉  
dar hat 🔉  

στενή γραμμή (η) 🔉  
dar kafalı 🔉  

στενόμυαλος 🔉  
dar kafalılık 🔉  

στενοκεφαλιά (η) 🔉  
dar paça 🔉  

στενό μπατζάκι (το) 🔉  
dar ünlü 🔉  

κλειστό φωνήεν (το) 🔉  
dar vakit 🔉  

στενός χρόνος (ο) 🔉  
δύσκολη στιγμή (η) 🔉  
dar zaman 🔉  

δύσκολοι καιροί (οι) 🔉  
στενότητα χρόνου (η) 🔉  
dara 🔉  

απόβαρο (το) 🔉  
τάρα (η) 🔉  
dara dar 🔉  

πολύ στενά 🔉  
daraban 🔉  

νταραμπάν (ο) 🔉  
daraç 🔉  

νταράτς (ο) 🔉  
daracık 🔉  

στενούτσικος 🔉  
πολύ στενός 🔉  
darağacı 🔉  

αγχόνη (η) 🔉  
daralabilme 🔉  

δυνατότητα στένωσης (η) 🔉  
δυνατότητα συρρίκνωσης (η) 🔉  
daralabilmek 🔉  

δύναμαι να στενέψω 🔉  
δύναμαι να συρρικνωθώ 🔉  
daralış 🔉  

στένωση (η) 🔉  
συρρίκνωση (η) 🔉  
daralıverme 🔉  

αιφνίδια στένωση (η) 🔉  
αιφνίδια συρρίκνωση (η) 🔉  
daralıvermek 🔉  

στενεύω αμέσως 🔉  
συρρικνώνομαι αμέσως 🔉  
daralma 🔉  

στένωση (η) 🔉  
συρρίκνωση (η) 🔉  
daralmak 🔉  

στενεύω 🔉  
συρρικνώνομαι 🔉  
daraltabilme 🔉  

δυνατότητα στένωσης (η) 🔉  
daraltabilmek 🔉  

δύναμαι να στενέψω 🔉  
δύναμαι να περιορίσω 🔉  
daraltı 🔉  

στένωση (η) 🔉  
daraltıcı 🔉  

συσταλτικός 🔉  
περιοριστικός 🔉  
daraltılabilme 🔉  

δυνατότητα στένωσης (η) 🔉  
daraltılabilmek 🔉  

δύναμαι να στενωθώ 🔉  
δύναμαι να περιοριστώ 🔉  
daraltılış 🔉  

στένωση (η) 🔉  
περιορισμός (ο) 🔉  
daraltılma 🔉  

στένωση (η) 🔉  
περιορισμός (ο) 🔉  
daraltılmak 🔉  

στενεύομαι 🔉  
περιορίζομαι 🔉  
daraltış 🔉  

στένωση (η) 🔉  
περιορισμός (ο) 🔉  
daraltıverme 🔉  

άμεση στένωση (η) 🔉  
άμεσος περιορισμός (ο) 🔉  
daraltıvermek 🔉  

στενεύω αμέσως 🔉  
περιορίζω αμέσως 🔉  
daraltma 🔉  

στένωση (η) 🔉  
περιορισμός (ο) 🔉  
daraltmak 🔉  

στενεύω 🔉  
περιορίζω 🔉  
daralttırma 🔉  

ανάθεση στένωσης (η) 🔉  
ανάθεση περιορισμού (η) 🔉  
daralttırmak 🔉  

βάζω να στενέψουν 🔉  
βάζω να περιορίσουν 🔉  
daraş 🔉  

νταράς (ο) 🔉  
darasız 🔉  

χωρίς απόβαρο 🔉  
χωρίς τάρα 🔉  
daraşlık 🔉  

νταρασλίκι (το) 🔉  
darbe 🔉  

πλήγμα (το) 🔉  
κτύπημα (το) 🔉  
πραξικόπημα (το) 🔉  
darbeci 🔉  

πραξικοπηματίας (ο) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱