Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
dara
🔉
απόβαρο (το)
🔉
τάρα (η)
🔉
dara dar
🔉
πολύ στενά
🔉
daraban
🔉
νταραμπάν (ο)
🔉
daraç
🔉
νταράτς (ο)
🔉
daracık
🔉
στενούτσικος
🔉
πολύ στενός
🔉
darağacı
🔉
αγχόνη (η)
🔉
daralabilme
🔉
δυνατότητα στένωσης (η)
🔉
δυνατότητα συρρίκνωσης (η)
🔉
daralabilmek
🔉
δύναμαι να στενέψω
🔉
δύναμαι να συρρικνωθώ
🔉
daralış
🔉
στένωση (η)
🔉
συρρίκνωση (η)
🔉
daralıverme
🔉
αιφνίδια στένωση (η)
🔉
αιφνίδια συρρίκνωση (η)
🔉
daralıvermek
🔉
στενεύω αμέσως
🔉
συρρικνώνομαι αμέσως
🔉
daralma
🔉
στένωση (η)
🔉
συρρίκνωση (η)
🔉
daralmak
🔉
στενεύω
🔉
συρρικνώνομαι
🔉
daraltabilme
🔉
δυνατότητα στένωσης (η)
🔉
daraltabilmek
🔉
δύναμαι να στενέψω
🔉
δύναμαι να περιορίσω
🔉
daraltı
🔉
στένωση (η)
🔉
daraltıcı
🔉
συσταλτικός
🔉
περιοριστικός
🔉
daraltılabilme
🔉
δυνατότητα στένωσης (η)
🔉
daraltılabilmek
🔉
δύναμαι να στενωθώ
🔉
δύναμαι να περιοριστώ
🔉
daraltılış
🔉
στένωση (η)
🔉
περιορισμός (ο)
🔉
daraltılma
🔉
στένωση (η)
🔉
περιορισμός (ο)
🔉
daraltılmak
🔉
στενεύομαι
🔉
περιορίζομαι
🔉
daraltış
🔉
στένωση (η)
🔉
περιορισμός (ο)
🔉
daraltıverme
🔉
άμεση στένωση (η)
🔉
άμεσος περιορισμός (ο)
🔉
daraltıvermek
🔉
στενεύω αμέσως
🔉
περιορίζω αμέσως
🔉
daraltma
🔉
στένωση (η)
🔉
περιορισμός (ο)
🔉
daraltmak
🔉
στενεύω
🔉
περιορίζω
🔉
daralttırma
🔉
ανάθεση στένωσης (η)
🔉
ανάθεση περιορισμού (η)
🔉
daralttırmak
🔉
βάζω να στενέψουν
🔉
βάζω να περιορίσουν
🔉
daraş
🔉
νταράς (ο)
🔉
darasız
🔉
χωρίς απόβαρο
🔉
χωρίς τάρα
🔉
daraşlık
🔉
νταρασλίκι (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱